Σιβηρία - Βαϊκάλη. Μέρος 1ο.

Ποιος θα περίμενε ότι αφήνοντας την Ελλάδα στις αρχές του Ιουλίου, με τους 37-40 βαθμούς κελσίου και πηγαίνοντας στην Σιβηρία θα έβρισκα τις ίδιες θερμοκρασίες. Η απόδραση από την υπερβολική ζέστη δεν πέτυχε, αυτή με κυνηγούσε…  Εκτός αυτού, στην πόλη Μπαρναούλ, στο Αλτάι, μετά τις φετινές πλημμύρες, πολλαπλασιάστηκαν τα έντομα, κουνούπια, μυγάκια και άλλων ειδών ενοχλητικά ιπτάμενα ήταν παντού και πάνω σου. Σε αρκετές περιπτώσεις δεν βοηθούσαν ούτε τα χημικά, που χωρίς αυτά δεν έκανες ούτε βήμα πηγαίνοντας στην εξοχή.



Μετά από λίγες μέρες εξερεύνησης της Μπαρναούλ, με την «βαρκάδα» στον ποταμό Ομπ και άλλα σημεία μέσα στην πόλη, ήρθε η ώρα για το μεγάλο ταξίδι στην λίμνη Βαϊκάλη μέσω της Σιβηρίας.
Μεταφορικό μέσον – ένα μικρό σχετικά αμάξι με λάθος προδιαγραφές για τους σκληρούς δρόμους της Σιβηρίας – χαμηλό προφίλ ελαστικών για 4 επιβάτες συν τις βαλίτσες, δεξιοτίμονο αυτόματο, δεν ήταν ό,τι καλύτερο για να ταξιδέψεις περίπου 2.500 χιλιόμετρα προς μια κατεύθυνση. Όμως, γνωρίζοντας τους αυστηρούς κανόνες ΚΟΚ της Ρωσίας, όπου η ταχύτητα εκτός πόλης δεν πρέπει να ξεπερνά 110 χμ/ω, είπαμε να πηγαίνουμε χαλαρά, χωρίς βιασύνη και χωρίς να ρισκάρουμε, που στην καλύτερη περίπτωση αυτό συνεπάγεται με το να μείνεις στην μέση του πουθενά χωρίς οδική βοήθεια.
Το ταξιδιωτικό στην Βαϊκάλη μέσα στο Livetrips 

Περισσότερες φωτογραφίες θα βρείτε στο Anywherelse

Πριν προχωρήσω θέλω να επισημάνω μερικά θέματα:
1 - Δεν μπορώ να σας πω τίποτα για την Ρώσικη φιλοξενία προς τους ξένους, διότι γνωρίζοντας πολύ καλά την γλώσσα και ταξιδεύοντας με άλλους 3 ρώσους, κανένας σχεδόν δεν με πέρασε για ξένο τουρίστα και δεν είχα διαφορετική αντιμετώπιση. Όμως οι ρώσοι είναι φιλόξενος λαός και στον δρόμο θα σε βοηθήσουν. Οι φορτηγατζήδες θα σε βοηθήσουν να τους προσπεράσεις σε σημεία με δύσκολη ορατότητα, οι απέναντι θα σου κάνουν νόημα εφόσον μπροστά βρίσκεται μπλόκο της τροχαίας και άλλα παρόμοια παραδείγματα. Η κατανόηση των ανθρώπων που ζουν και κινούνται σε δύσκολες συνθήκες τους έχει κάνει πιο ανθρώπινους.
2 - Η τροχαία στην Ρωσία δεν χαρίζει. Τα μπλόκα της συνήθως στήνονται σε σημεία κοντά στις πόλεις και οικισμούς, γι’αυτό όταν πλησιάζετε έναν οικισμό να τηρείτε αυστηρά το όριο της ταχύτητας. Επίσης αυστηρή είναι η αντιμετώπιση οδηγών που έχουν καταναλώσει έστω και ελάχιστη ποσότητα αλκοόλ. Συνήθως αυτά τα μπλόκα (τα σταθερά) σημαδεύονται από πινακίδα «ДПС». 
3 – Το προσπέρασμα όταν βρίσκεσαι σε μια ουρά αυτοκινήτων, πχ πίσω από ένα φορτηγό, είναι μια περίεργη διαδικασία. Να προσέχετε ιδιαίτερα. Συχνά θα δείτε τα γρήγορα αυτοκίνητα από πίσω να προσπερνάνε όλη την ουρά, τελευταία στιγμή μπαίνοντας στο δικό τους ρεύμα, παραλίγο προκαλώντας σύγκρουση με το όχημα στο αντίθετο ρεύμα. Τέτοιες περιπτώσεις είναι συχνές και γι’αυτό η προσοχή σας πρέπει να είναι στραμμένη και όταν βλέπετε ένα φορτηγό από την αντίθετη κατεύθυνση. 
4 – Οι δρόμοι στην Σιβηρία σε κάποια από τα σημεία της δεν είναι σε καλύτερη κατάσταση. Η κακή συντήρηση και η παλαιότητα τους αφήνει πολλές λακκούβες, είτε από την συστολή διαστολή κατά τους χειμωνιάτικους μήνες είτε από την καταστροφή της ασφάλτου που προκαλείται από το αμέτρητα φορτηγά. Σε μερικά σημεία θα βρείτε και χωματόδρομο και έργα υποδομών. Ο δρόμος, στο μεγαλύτερό του κομμάτι, δεν έχει διάζωμα και θυμίζει την εθνική οδό Κορίνθου – Πατρών. 
5 – Αν θέλετε να κάνετε διάλλειμα για φαγητό ή διανυκτέρευση, να προτιμάτε τα σημεία όπου υπάρχουν παρκαρισμένα φορτηγά. Οι φορτηγατζήδες, που κάνουν αυτές τις διαδρομές, ξέρουν που υπάρχει καλό και φθηνό φαγητό και που μπορείς να περάσεις την νύχτα με ασφάλεια και καθαρά. Τέτοια σημεία υπάρχουν ανάμεσα στους οικισμούς.
Αυτά είναι ίσως τα 5 από τα πιο σημαντικά που πρέπει να γνωρίζετε.
Το ταξίδι αυτό το κάνω δεύτερη φορά, πέρυσι είχα κάνει ακριβώς την ίδια διαδρομή, μόνο που φέτος για αρχικό προορισμό επιλέξαμε το μεγαλύτερο νησί της Βαϊκάλης, το Ολχόν.
Έχουμε δυο οδηγούς, εγώ και άλλος ένας, και δύο backup, γνώστες αλλά όχι με πείρα για εξτρά ανάγκη.
Και πάλι φέτος επιλέγουμε την νύχτα για ξεκίνημα. Οι λόγοι απλοί: Πρώτο – να αποφύγουμε την ζέστη, όπου οι θερμοκρασία την ημέρα έφτανε τους 37 βαθμούς, ακόμα και στο Ιρκούτσκ που ήταν 2000 χμ μακριά. Δεύτερο – οδηγώντας την πρώτη νύχτα είσαι πολύ πιο ξεκούραστος για όλη την ημέρα μετά. Τρίτο – θέλαμε να διανύσουμε όσο το δυνατόν μεγαλύτερη απόσταση το πρώτο 24ωρο του ταξιδιού. Τέταρτο – έχει λιγότερη κίνηση. Πέμπτο – γιατί έτσι μας αρέσει ;)
Η πρώτη βάρδια είναι δική μου. Μισό λίτρο παγωμένου φραπέ και γεμάτο ρεζερβουάρ μου φτάνουν για ευτυχία.  Στόχος 1200 χμ, από την Μπαρναούλ μέχρι τον οικισμό Νίζνι Ινγκάς. Στις 12 το βράδυ αφήνουμε την πόλη. Η αίσθηση υπερέντασης που πάντα έχω πριν και στην αρχή του ταξιδιού, δεν μ’ αφήνει για 100 περίπου χιλιόμετρα. Στο μυαλό μου έχει ανοίξει ήδη ο χάρτης και σημειώνω τις κουκίδες των πόλεων και στάσεων. Έρχονται εικόνες από το περσυνό ταξίδι. Όλα είναι ακόμα φρέσκα…
Στρίβοντας από την εθνική Μπαρναούλ – Νοβοσιμπίρσκ προς το Λένινσκ Κουζνέτσκ στην ουσία σηματοδοτεί το ξεκίνημα του ταξιδιού. Ο δρόμος αυτός προοριζόταν για την κατασκευή του σιδηρόδρομου και οι στροφές είναι πολύ απαλές. Ό, τι πρέπει για να συνηθίσεις την οδήγηση με δεξιοτίμονο αυτόματο αυτοκίνητο. Πέρυσι σε όλη αυτή τη διαδρομή υπήρχε πυκνή ομίχλη, φέτος ήταν όλα καθαρά, μόνο λίγα βαριά σύννεφα.
Πρώτη στάση, καθιερωμένη πλέον, στις 3 το πρωί στην Ιουλία. Μια μικρή «καφέσκα» με δωμάτια στη μέση του πουθενά. Φθηνός καφές και φαγητό, ανοικτό όλο το 24ωρο και όλες τις ημέρες, πολλά παρκαρισμένα φορτηγά και δροσιά…






Όπως και πέρυσι έτσι και σήμερα είχαμε πανσέληνο.

Λίγο πριν είχα παρατηρήσει ότι φαινόταν η ανατολή του ήλιου…στις 2:30. Κινούμαστε ανατολικά και αυτό το απαλό, αχνό χρώμα της ανατολής, τόσο νωρίς, ήδη άρχιζε να φωτίζει τον ορίζοντα. Στην αρχή νομίζαμε ότι είναι τα φώτα κάποιας πόλης, όμως δεν υπήρχε καμία τόσο μεγάλη πόλη που να προκαλούσε αυτό το φαινόμενο. Μετά την Ιουλία είχαμε πλέον σιγουρευτεί, έβγαινε ο ήλιος.
Κατεβαίνοντας τους τεράστιους λόφους, μπροστά σου μ’ αυτό το αχνό φως έβλεπες να απλώνεται η Σιβηρία… Αρκετές περίεργες κουκουβάγιες, αραγμένες στις προστατευτικές μπάρες σε συνοδεύουν σ’ αυτή την αχανή έκταση.

Η πρώτη ένδειξη πολιτισμού ήταν η πόλη Μπελόβο. Λίγο αργότερα, πριν βγούμε από την πόλη, στην οποία μπήκαμε καταλάθως, ο ήλιος κάνει την εμφάνισή του  χρωματίζοντας το σκοτάδι και τα τεράστια αχανή χωράφια.

Πριν το Κέμεροβο ο δρόμος καλυτερεύει, γίνεται κλασικός αυτοκινητόδρομος ταχείας κυκλοφορίας.

Κινούμαστε γρήγορα και κερδίζουμε χιλιόμετρα και χρόνο. Κάποια σύννεφα μπροστά, δείχνουν σημάδια ζωής – βροχής δηλαδή. Μέσα σε ένα απ’ αυτά μπήκαμε. Στο αυτοκίνητο ησυχία, κάποιοι κοιμούνται και ακούγεται μόνο ο ήχος του αέρα και της βροχής. Έξω ομορφιά…όλα πράσινα και ήρεμα.
Το Κέμεροβο είναι μια μεγάλη και όμορφη πόλη, ειδικά το πρωί, που δεν έχει κίνηση μπορείς να την απολαύσεις. Δεν σταματάμε εκεί. Έχουμε άλλα 800 χιλιόμετρα μπροστά μας.
Ήταν ακόμα νωρίς το πρωί, ο ήλιος είχε ανέβει πολύ ψηλά. Τον Ιούλιο στην Σιβηρία η δύση είναι μετά τις 10 το βράδυ και η ανατολή κατά τις 4 το πρωί. Για μένα ήταν δύσκολο να προσδιορίζω την ώρα βάσει του ήλιου, αλλά πλέον η ώρα και το ρολόι δεν έπαιζαν κανένα ρόλο, το μόνο που ήξερα είναι ότι προς την δύση πρέπει να βρούμε σημείο διανυκτέρευσης… και οπωσδήποτε.
Η επόμενη στάση ήταν μετά το Κέμεροβο. Υπήρχε άμεση ανάγκη να τεντώσω τα πόδια μου και να πιο καφέ. Δεν νύσταζα, αλλά το χρειαζόμουν. Μετά απ’ αυτό ξεκινούσε ο δρόμος με στροφιλίκια και ήθελα να τον απολαύσω ξεκούραστος μετά από τις βαρετές ευθείες.
Από πέρυσι είχαν γίνει εργασίες επισκευής του δρόμου και η άσφαλτος ήταν φρέσκια, σε μερικά σημεία ακόμα χωρίς διαγράμμιση. Μπορούσες και με άνεση να απολαύσεις την φύση έξω από το παράθυρο, χωρίς να προσέχεις τις τυχόν αμέτρητες λακκούβες που εδώ τώρα δεν υπήρχαν. Δεξιά και αριστερά είναι πυκνό δάσος πάνω σε λόφους, σε μερικά ανοίγματα βάλτοι και κάποιες μεμονωμένες οικίες. Την ζέστη την ξεχνάς βλέποντας αυτή την ομορφιά. Αν και ήταν ακόμα νωρίς.
Το θερμόμετρο ανέβηκε όταν περνάγαμε το Μαριίνσκ και Άτσινσκ. Πλέον η ζέστη δεν σε άφηνε να οδηγάς με ανοικτό παράθυρο. Θυμήθηκα την Ελλάδα, μόνο που δεν έμοιαζε το τοπίο.
Το Άτσινσκ, όπως και άλλες πόλεις είναι καθαρά βιομηχανικές. Είναι πόλεις βαριάς βιομηχανίας και εξορύξεων μετάλλων και κάρβουνου. Στα χωριά ασχολούνται με κτηνοτροφία και καλλιέργειες.
Η επόμενη στάση είχε οριστεί κοντά στο χωριό Κοζούλκα, σε ένα παζάρι στο δρόμο, καθαρά για να θυμηθούμε το περσυνό μας ταξίδι και να τεντωθούμε λίγο. Τα τουριστικά ήδη που πωλούνται εκεί δεν σε εμπνέουν να πάρεις κάτι, είναι μόνο για τουρίστες. Εμείς, ως ντόπιοι ρώσοι, δεν πέφτουμε στην παγίδα ;)

Το Κρασνογιάρσκ είναι η τελευταία μεγάλη πόλη πριν από το Ιρκούτσκ. Προτιμήσαμε να μην περάσουμε από’ κει, αλλά να πάρουμε την περιφερειακή οδό και να κάνουμε στάση σε ένα ασιατικό εστιατόριο. Φτάσαμε λίγο πριν ξεσπάσει δυνατή βροχή. Μετά το φαγητό κάτσαμε έξω να απολαύσουμε τον καφέ με τσιγάρο και δροσιά. Δροσιά που δεν κράτησε πολύ ώρα. Μόλις σταμάτησε η βροχή, ο αέρας ξαναέγινε ζεστός και προστέθηκε η υγρασία. Φεύγουμε να προλάβουμε τον ήλιο. Πάμε για διανυκτέρευση.
Στην πόλη Κάνσκ, κάναμε το λάθος να ακολουθήσουμε τις πινακίδες που έδειχναν για την εθνική οδό Μ53. Στην ουσία είναι ο περιφερειακός δρόμος για να αποφύγεις τα φανάρια μέσα στην πόλη. Είναι όμως άσχημος χωματόδρομος. Πολύ άσχημος… Το μόνο καλό είναι η θέα από ψηλά που βλέπεις την πόλη. Σημείωση για τον γυρισμό: να περάσουμε μέσα από την πόλη.


Είχε βραδιάσει αρκετά όταν φτάσαμε στο Νίζνι Ινγκάς. Κλείσαμε δύο δωμάτια, φάγαμε, ήπιαμε μερικές μπύρες ίσα να κάνουμε κεφάλι και πέσαμε για ύπνο. Η συγκεκριμένη στάση είχε τα πάντα. Ξενοδοχείο, αρκετά φθηνό, αλλά χωρίς πολλές πολυτέλειες. Είχε κοινή τουαλέτα και ντουζιέρα. Τα σεντόνια φαινόντουσαν καθαρά αλλά δεν με ένοιαζε. Εστιατόριο με φθηνό αλλά πολύ καλό φαγητό. Βενζινάδικο με βουλκανιζατέρ. Τα πολλά παρκαρισμένα φορτηγά στο παρκινγκ, για άλλη μια φορά αποδείχτηκαν καλό σημάδι. Μια παρέα μεθυσμένων νεαρών έκανε φασαρία έξω από το παράθυρο, αλλά και εγώ ήμουν αρκετά μεθυσμένος και κουρασμένος ώστε να δώσω μεγάλη σημασία, ο ήχος του τσακωμού ήταν σαν νανούρισμα, είχα κοιμηθεί σε 5 λεπτά.
Συνήθως στα ταξίδια δεν μπορώ να κοιμάμαι πολλές ώρες. Στις 7 παρά είχα σηκωθεί, είχα πάρει τον διπλό καφέ μου και απολάμβανα την ησυχία έξω από το εστιατόριο. Ένα ζευγάρι, συμμέτοχοι στις βραδινές φασαρίες με κοιτούσε περίεργα και όπως αποδείχτηκε είχαν βάλει στοίχημα εάν είμαι ρώσος ή γερμανός. Έχασαν και οι δύο. Ο τύπος με τον οποίο έπιασα την κουβέντα, νεαρός, ηλικίας κοντά στα 30, με προσκάλεσε για πρωινό μεθύσι, είχαν μείνει κάτι βότκες και ετοιμαζόντουσαν να πάνε σε μια λίμνη μερικά χιλιόμετρα από τον οικισμό, όπου θα μαζευόταν οι παρέα τους. Αρνήθηκα φυσικά, φεύγαμε σε λίγο. Του προκάλεσε εντύπωση ότι για έλληνα μιλάω πολύ καλά ρώσικα και ιδίως στην υβριστική διάλεκτο. Γελάσαμε λίγο, τα είπαμε και για την ζωή εκεί, μια χαρά παιδιά είναι, η σκληρή ζωή τους έχει κάνει ανθεκτικούς και σκληρούς, να μην πίνανε τόσο πολύ θα ήταν ακόμα καλύτερα.
Μετά το πρωινό κάναμε και μια μικρή εξερεύνηση του οικισμού. Το Νίζνι Ινγκάς, όπως και άλλα παρόμοια χωριά, βρίσκονται συνήθως κοντά στις γραμμές του Υπερσιβηρικού Σιδηρόδρομου, αυτό φαινόταν και από το μουσείο που είχε η συγκεκριμένη πόλη.
Ο Υπερσιβηρικός είναι ο μεγαλύτερος σιδηρόδρομος στον κόσμο, χτίστηκε για να ενώσει την πρωτεύουσα με το λιμάνι στο Βλαντιβοστόκ στον Ειρηνικό Ωκεανό. Να σκεφτείς μόνο τι πέρασαν οι άνθρωποι χτίζοντάς το πριν από μερικές δεκαετίες, στις δύσκολες συνθήκες της Σιβηρίας και με τα τότε τεχνολογικά και μεταφορικά μέσα…
Και επιτέλους συνεχίζουμε το ταξίδι… Μπροστά μας είναι μικρές πόλεις όπως Ταϊσέτ, Τουλούν και άλλες, δύσκολος δρόμος με αρκετές λακκούβες και χωματόδρομος μερικών χιλιομέτρων. Άλλα περίπου 1000 χιλιόμετρα μέχρι την Σαχιουρτά, το λιμάνι απ’ όπου θα πάρουμε το ferry για το Ολχόν.
Στο περσυνό ταξίδι την πρώτη μέρα είχαμε φτάσει μετά το Ταϊσέτ, αλλά πηγαίναμε πιο γρήγορα.

Εκεί κοντά στις εισόδους της πόλης ήταν η πρώτη φορά που με σταματούσε η τροχαία της Ρωσίας. Εμπειρία και για μένα αλλά και για τον αστυνομικό ο οποίος έκανε έλεγχο των στοιχείων μου. Όλα έγιναν γύρω στις 2 το βράδυ. Βλέποντας το διεθνές δίπλωμα οδήγησης ακολούθησε ο εξής διάλογος: -Από πού είστε κύριε? 
 -Από την Ελλάδα.
Ακολούθησε σιωπή, μάλλον προσπαθούσε να χωνέψει το γεγονός ότι ένας έλληνας, το καλοκαίρι, προτίμησε να έρθει στην Σιβηρία αντί να πάει σε κάποιο νησί, να λιάζεται στις παραλίες στις οποίες μάλλον φανταζόταν τον εαυτό του τώρα ο αστυνομικός…

-Και τι ξεχάσατε στην Σιβηρία? (με ρωτάει με ένα ύφος αγανάκτησης και έκπληξης)
Ως απάντηση εισέπραξε γέλια από το υπόλοιπο πλήρωμα του αυτοκινήτου. 
- Μ’αρέσει εδώ σε σας. (του απαντάω και συνεχίζουν να γελάνε οι υπόλοιποι)
-Τι το καλό υπάρχει εδώ? (μου δίνει τα χαρτιά με χαιρετάει και μας αφήνει).

Το γέλιο συνεχιζόταν όσο απομακρυνόμασταν από το μπλόκο. Ναι, προτιμούσα και συνεχίζω να προτιμώ την απομονωμένη Σιβηρία από τις παραλίες που είναι γεμάτες κόσμο και ζέστη. Όταν είσαι σε ένα μέρος πολλά χρόνια, προφανώς αρχίζεις να μην εκτιμάς όλο αυτό που έχεις. Αυτό είναι ένα μεγάλο λάθος. Η πραγματικότητα είναι στην ζήλια, αυτό το γαμημένο επίκτητο ανθρώπινο χαρακτηριστικό συμπεριφοράς. Τελοσπάντων… δεν είναι η ώρα για φιλοσοφίες, που είναι προνόμιο των βασανισμένων με τα γίγνεσθαι μυαλών. Το δικό μου μυαλό τώρα λειτουργούσε ως σκληρός δίσκος του υπολογιστή και αποθήκευε εικόνες, μυρωδιές, εντυπώσεις και όλες τις εμπειρίες.
Φέτος δεν είχαμε τέτοια, ούτε ένα μπλόκο δεν μας σταμάτησε, ήμασταν παραδειγματικοί οδηγοί και προφανώς τυχεροί, όχι πως είχαμε κάτι να κρύψουμε.
Ανάμεσα στο Ταϊσέτ και Τουλούν υπάρχουν δύο σημεία διανυκτέρευσης και φαγητού. Η πιο γνωστή στάση είναι «Ου Πετρά» στου Πέτρου δηλαδή. Η άλλη Παλλάδα είναι ακριβώς απέναντι. Εκεί είχαμε διανυκτερεύσει πέρυσι μέσα στο αυτοκίνητο, διότι δεν υπήρχαν θέσεις. Φέτος απλά τιμήσαμε το μέρος κάνοντας μια στάση για πρωινό. Χωρίς να θέλω να κάνω διαφήμιση, το μέρος αξίζει.
Κάπου εκεί στην διαδρομή περάσαμε την δεύτερη χρονική ζώνη, από το Μπαρναούλ μας χώριζαν πλέον 2 ώρες από την Ελλάδα 6. Αυτό δεν έπαιζε κανένα ρόλο. Το ρολόι ήταν ο Ήλιος.
Η διαφορά με το περσυνό ταξίδι είναι ότι αυτή τη φορά δεν υπήρχε η ομίχλη και μπορούσες να δεις τα πάντα. Η θέα έξω από το παράθυρο ήταν απόλαυση. Έχεις δει πολλά δάση, ποτάμια, λίμνες, βάλτους και χωριά στα πρώτα 1400 χιλιόμετρα, αλλά δεν μπορείς να τα βαρεθείς, σου προσφέρουν την ηρεμία και σε κάνουν να ξεχνάς την κούραση της οδήγησης. Ο δρόμος σ’ αυτό το κομμάτι είναι καινούργιος, σε μερικά σημεία χωρίς διαγράμμιση κάτι που κάνει δύσκολη την οδήγηση την νύχτα, σπάνια εναλλάσσεται με τα σημεία που δεν έχουν επισκευαστεί ακόμα. Και αυτό συνεχίζεται μέχρι την πόλη Τουλούν. Μετά ο δρόμος απλά είναι παλιός και πρέπει να προσέχεις.





Μπροστά μας ήταν το Ιρκούτσκ. Το τοπίο εναλλάσσεται, από δασώδεις εκτάσεις σε πεδιάδες. Η ώρα περνάει γρήγορα, σχεδόν απαρατήρητα. Η παρέα στο αυτοκίνητο φαίνεται να είναι κουρασμένη από τόσο μεγάλο ταξίδι. Που και που γελάμε με τις πινακίδες των χωριών με περίεργες ονομασίες, όπως το Ζιμά, που σημαίνει χειμώνας, με τέτοια ζέστη που μας ακολουθούσε σε όλη την διαδρομή ήταν αστείο.


Πλησιάζοντας το Ιρκούτσκ, οι οικισμοί είναι πιο κοντά ο ένας με τον άλλον. Η πόλη Ουσόλιε Σιμπίρσκογιε σε υποδέχεται με σχεδόν εγκαταλειμμένες πολυκατοικίες φαντάσματα σοβιετικής εποχής . Στ’ αριστερά μας δεν φαίνεται αλλά είναι ο μοναδικός ποταμός ο οποίος εκλύεται από την λίμνη Βαϊκάλη, Ανγκαρά.




Η πόλη Τέλμα με μια μεγαλοπρεπή εκκλησία δίπλα σε μια λίμνη και ένα γνωστό για αυτοκινητιστές και φορτηγατζήδες εστιατόριο σοβιετικού τύπου.



Αφήνοντας την Τέλμα ο ήλιος ήταν ήδη χαμηλά, η δύση ήταν όμορφη με τον τεράστιο κόκκινο ήλιο να χτυπάει στους καθρέπτες του αυτοκινήτου. Δεν θυμάμαι τι ώρα ήταν…όπως είπα πριν δεν είχε καμία σημασία η ώρα. Απλά μέσα στο μυαλό μου υπολόγιζα την ώρα που είχαμε ακόμα να κάνουμε για την Σαχιουρτά. Από το Ιρκούτσκ και μετά ήταν η διαδρομή που δεν είχα κάνει ποτέ, ούτε πέρυσι, και δεν ήξερα ούτε την κατάσταση και ούτε τις συνθήκες του δρόμου, το μόνο σίγουρο ήταν ότι θα οδηγούσα το βράδυ.
Φέτος έπρεπε να περάσουμε μέσα από το Ιρκούτσκ, πέρυσι κατευθυνόμενοι προς την νότια πλευρά της Βαϊκάλης την γλυτώσαμε μέσω από τον περιφερειακό. Μεγάλη πόλη, με αρκετή κίνηση στους δρόμους, έμοιαζε όμορφη την νύχτα, ειδικά όταν διασχίζαμε τον ποταμό Ανγκαρά πάνω στην γέφυρα έβλεπες από ψηλά ένα όμορφο θέαμα. Κρίμα που δεν σταμάτησα για φωτογραφίες. Στον γυρισμό την περάσαμε μέρα και δεν ευχαριστηθήκαμε λόγω του μποτιλιαρίσματος στους δρόμους. Το βράδυ δεν μπήκαμε στο κέντρο της πόλης, την περάσαμε ξυστά. Μπροστά μου ήταν άγνωστος δρόμος, κάτι που πάντα μ’ άρεσε και με γέμιζε δυνάμεις, τα πρώτα 2000 χιλιόμετρα του ταξιδιού τα είχα κάνει, τώρα έμπαινα σε αχαρτογράφητη για μένα περιοχή.
Παρ’ όλη την κούραση, δεν ήθελα να παραχωρήσω το τιμόνι. Ήταν νύχτα, ο δρόμος χωρίς φωτισμό, μόνο το φεγγάρι που ακόμα ήταν σχεδόν γεμάτο. Μπροστά τρεις οικισμοί, στον τρίτο στρίβω δεξιά, έλεγα το gps του εγκεφάλου. Ο δρόμος ήταν πολύ καλός, με μία μόνο εξαίρεση, μερικά χιλιόμετρα παράκαμψη λόγω έργων μέσω χωματόδρομου.
Μπαγιαντάι, ο οικισμός που στρίβουμε δεξιά. Τελευταία στάση για βενζίνη και μια προσπάθεια να βρούμε λίγο καφέ. Σταματήσαμε να τεντώσουμε τα πόδια απολαμβάνοντας την νυχτερινή θέα με το φεγγάρι να φωτίζει τα πάντα γύρω και την δροσιά… επιτέλους είχε δροσιά. Τα επόμενα νυχτερινά χιλιόμετρα ήταν ίσως τα πιο ευχάριστα. Ίσως το γεγονός ότι φτάναμε στον προορισμό μας σε συνδυασμό με τις στροφές που θύμιζαν λίγο τους ελληνικούς επαρχιακούς δρόμους, συνέβαλαν στο να φύγει τελείως η κούραση. Ήταν λες και μόλις είχα ξυπνήσει, ήμουν σε μια κατάσταση εγρήγορσης, ασχέτως εάν πέρασαν 16 συνεχόμενες ώρες οδήγησης.
Ο προτελευταίος οικισμός Γιελαντσί, επόμενος Σαχιουρτά. Κάτι λιγότερο από 40 χιλιόμετρα. Φτάσαμε! Ωπ! Τι είναι αυτό? Χωματόδρομος?! Ποιος απ’ όλους?! Κάπου εκεί ανάμεσα στους δύο οικισμούς τελειώνει η άσφαλτος και ξαφνικά βρίσκεσαι σε χωματόδρομο ο οποίος διχαλώνει σε άλλους και μετά ξανά τα ίδια. Μπορείς να πάρεις οποιονδήποτε και να φτάσεις στο ίδιο σημείο, δεν έχει σημασία. Αυτό όμως το διαπιστώνεις την ημέρα. Τώρα είχε απόλυτο σκοτάδι και έβλεπες μόνο μέχρι εκεί που φωτίζουν τα φώτα του αυτοκινήτου. Το gps έδειχνε ότι ήμαστε σε σωστό δρόμο και αυτήν την ένδειξη ακολουθούσα επιλέγοντας τους χωματόδρομους. Ευτυχώς όλος ο δρόμος ήταν ομαλός και ήταν μόλις 10 περίπου χιλιόμετρα τα οποία μου φάνηκαν 100.
Όταν βγήκαμε στην άσφαλτο φαινόταν αχνά το πρώτο φως της ανατολής του ηλίου και κάπου στο βάθος ξεχώριζες πλέον και την Βαϊκάλη. Πανέμορφο θέαμα… Μια από τις αρχαιότερες λίμνες στο αχνό φως…βρισκόσουν σε άλλη εποχή…  Δεν μπορείς να το περιγράψεις, πρέπει να το δεις με τα μάτια σου και να το ζήσεις. Αυτή η αίσθηση σε συνοδεύει και όταν φτάνεις στο λιμάνι της Σαχιουρτά.
Το στενό ανάμεσα στην ηπειρωτική χώρα και το νησί Ολχόν, ονομάζεται Οι Πύλες του Ολχόν.  Ήταν ακόμα πολύ νωρίς όταν φτάσαμε, πρέπει να ήταν 4 ώρα το πρωί, 3 ώρες πριν από το πρώτο ferry. Χρόνος αρκετός για εξερεύνηση και ύπνο. Εγώ τελικά δεν κατάφερα να κοιμηθώ. Επικρατούσε απόλυτη σχεδόν ησυχία, μόνοι οι γλάροι και ένας εκσκαφέας. Απέναντι ήταν το Ολχόν, αριστερά η νότια πλευρά της Μικράς Θάλασσας της Βαϊκάλης. Το μόνο που είχε μείνει τώρα είναι να περάσουμε απέναντι, όπου ξεκινούσε άλλη περιπέτεια.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου