This is ALTAI!

Καθόμουν και σκεφτόμουν την ονομασία αυτού του ταξιδιωτικού, διότι δεν μπορούσα να αποφασίσω τι είναι πιο σημαντικό σ’ αυτή τη περίπτωση – ο προορισμός που είναι η Νότια Ακτή της λίμνης Τελέτσκογιε ή ο γνωστός θρυλικός αυτοκινητόδρομος Τσούισκι Τρακτ… Στην πρώτη περίπτωση είναι η δυσπρόσβατη περιοχή της λίμνης, όπου δεν φτάνουν τα συμβατικά Ι.Χ. λόγω του δύσκολου χωματόδρομου 120 χιλιομέτρων από το τελευταίο μεγάλο οικισμό συν του απότομου περάσματος - πάσου Κατού-Γιαρίκ και στην δεύτερη είναι ο ιστορικός δρόμος που ενώνει την Ρωσία με την Μογγολία, όπου και τα δύο αυτά τα αξιοθέατα βρίσκονται στο Αλτάι. Ακόμα και τώρα δεν είμαι σίγουρος για τον τίτλο…
This is Altay - είναι η πιο αντιπροσωπευτική ονομασία, αν και το ταξίδι που έκανα, ανεξαρτήτως από την χιλιομετρική απόσταση που διένυσα, καλύπτει μόνο ένα μικρό μέρος όλης της περιοχής.

Η λέξη Αλτάι (Алтай – en: Altay) μεταφράζοντας από τα Μογγολικά σημαίνει Χρυσή Κορυφή. Η λέξη Αλτ, γενικά στους λαούς των γύρω περιοχών, κυρίως, σημαίνει Χρυσό. Από’ κει προέρχεται και η ονομασία της λίμνης Τελέτσκογιε, όπου στα αλταϊκά ονομάζεται Άλτιν Κιόλ και σημαίνει Χρυσή Λίμνη.
Το Αλτάι, ως περιοχή, το συναντάμε 2 φορές στην Ρωσία – υπάρχει ο νομός Αλτάι ή Αλτάισκι Κράι με την πρωτεύουσα την πόλη Μπαρναούλ, απ’ όπου και θα ξεκινήσει το ταξίδι μας και η Δημοκρατία Αλτάι με την πρωτεύουσα την πόλη Γκόρνο-Αλτάισκ. Και οι δύο περιοχές ανήκουν στην Σιβηρία. Αλτάι επίσης υπάρχει και στην Μογγολία και στην Κίνα, όπως και διάφορα χωριά με αυτή την ονομασία στην Ρωσία και Καζαχστάν.
 Ήταν τελευταίες ημέρες του Ιουλίου, λίγο πριν αρχίσουν οι βροχές που τις φέρνει ο Αύγουστος, όταν ξεκινήσαμε για το μεγάλο ταξίδι. Ο σχεδιασμός της διαδρομής στηριζόταν στο γεγονός ότι φέτος είχαμε το κατάλληλο μεταφορικό μέσον, ένα 4x4 μικρό ελαφρύ αυτοκίνητο - βαν, ένα daihatsu που δεν κυκλοφορεί στην Ελλάδα, με αυτόματο κιβώτιο ταχυτήτων - αν και προτιμούσα το κλασικό manual και θα προτιμούσα ιδιαίτερα να μην ήταν δεξιοτίμονο (!). Χωρίς αυτό ο κύριος μας προορισμός - η Νότια ακτή της λίμνης Τελέτσκογιε - δεν θα συμπεριλαμβανόταν στα σχέδια. Βέβαια, το πέρασα από ένα μικρό τεστ πριν λίγες μέρες, όταν όργωνα τον χωματόδρομο δίπλα σε μια λίμνη στην περιοχή του Κολιβάν, αν και αυτός ο δρόμος δεν έχει καμία απολύτως σχέση μ’ αυτό που μας περίμενε. Το τεστ ήταν και για μένα, να συνηθίσω ένα δεξιοτίμονο αυτόματο αμάξι και να προσαρμοστώ να το οδηγώ σε κανονικής ροής δρόμο.
Ο σχεδιασμός της διαδρομής είναι δύσκολο πράγμα...έχεις λίγες μέρες και κάποιο περιορισμένο οικονομικό απόθεμα, δεν μπορείς να τα προλάβεις όλα. Πολλές τοποθεσίες και προορισμούς αναγκαστικά, με πολύ βαριά καρδιά, τις βγάλαμε από το σχέδιο. Ένας μεγάλος κύκλος στους βόρειους πρόποδες της οροσειράς Κατούν, απορρίφθηκε και αναβλήθηκε για την επόμενη φορά. Όπως και η προσέγγιση των συνόρων με την Μογγολία. Χρειαζόμουν ειδική άδεια για να περάσω την διασυνοριακή ζώνη, η οποία εκτείνεται για μερικά χιλιόμετρα πριν από τα σύνορα, που δεν πρόλαβα να την αποκτήσω εγκαίρως και δεν ήθελα να ρισκάρω τις όποιες συνέπειες στην περίπτωση που μας σταματούσαν σε κάποιο μπλόκο. Με την ίδια δυσκολία απορρίφθηκαν και άλλοι προορισμοί. Βέβαια, όλα αυτά είναι για μελλοντικά ταξίδια.
Η διαδρομή έχει ως εξής:
Ξεκινάμε από Μπαρναούλ, φτάνουμε Μπίισκ, όπου παλιά ξεκινούσε ο Τσούισκι Τρακτ, κάνουμε μια παράκαμψη για επίσκεψη στην πόλη Μπελοκούριχα, έπειτα από έναν όμορφο δρόμο μέσω του οικισμού Αλτάισκογιε στον ποταμό Κατούν, στην Άγια, όπου ξαναβγαίνουμε στο Τσούισκι Τρακτ και κατευθυνόμαστε έως το Κοσ-Αγκάτς - κοντά στα σύνορα της Μογγολίας, επιστρέφουμε για 100 χμ πίσω στο Ακτάς, στρίβουμε δεξιά ή ανατολικά προς Ουλαγκάν, όπου εκεί ξεκινάει ο χωματόδρομος έως την νότια ακτή της λίμνης Τελέτσκογιε, μέσω του πάσου Κατού-Γιαρίκ. Από εκεί επιστροφή πίσω μέσω του Τσούισκι Τρακτ με παράκαμψη έως την πόλη Τσεμάλ και τελικός προορισμός Μπαρναούλ.

Νωρίς το πρωί την Κυριακή 26 Ιουλίου είμαστε έτοιμοι να ξεκινήσουμε. Εμένα με έχει πιάσει αυτή η υπερένταση του ταξιδιού που με πιάνει κάθε φορά, ανυπομονώ να πιάσω το τιμόνι και να πατήσω το γκάζι. Κάποια στιγμή το σώμα μπαίνει στον αυτόματο πιλότο και αναλαμβάνει τον χειρισμό του αυτοκινήτου, αφήνοντας στον εγκέφαλο την ευκαιρία να αποθηκεύσει και να αφομοιώσει όλες τις εικόνες που βλέπεις στον δρόμο. Όταν όμως πρόκειται για νέες τοποθεσίες, αυτή η αίσθηση γίνεται εντονότερη.
Την διαδρομή μέχρι την πόλη Μπίισκ την έχω κάνει ήδη αρκετές φορές. Αυτός ο δρόμος είναι κάτι σαν προθέρμανση πριν από το κυρίως πρόγραμμα. Κάθε διασταύρωση εδώ οδηγεί σε νέες όμορφες τοποθεσίες που βρίσκονται μερικά χιλιόμετρα δεξιά ή αριστερά, διάφορες λίμνες και χωριά. Το 2013 είχα την ευκαιρία να επισκεφτώ το χωριό Πολκόβνικοβο, όπου μεγάλωσε ο Γκέρμαν Τιτόβ - δεύτερος αστροναύτης στο διάστημα με το Βοστόκ 2 το 1961 - και να δω το μουσείο αστροναυτικής.

(Δείτε τις φωτογραφίες εδώ - http://anywherelse.com/index.php/2012-08-31-14-35-23/world/item/290-titov-museum)
Πρώτη στάση ήταν στην πόλη Μπίισκ, δίπλα στο μουσείο του Τσούισκι Τρακτ. Το μουσείο βρίσκεται κυριολεκτικά πάνω στον αυτοκινητόδρομο χωρίζοντάς τον στα δύο, λίγο πριν από την γέφυρα πάνω από τον ποταμό Μπίγια.
Ο ιστορικός αυτοκινητόδρομος Τσούισκι Τρακτ ξεκινούσε εδώ, στην πόλη Μπίισκ, και το μήκος του ήταν 630 χιλιόμετρα μέχρι την Μογγολία. Σήμερα η αρχή του είναι στην πόλη Νοβοσιμπίρσκ και το συνολικό του μήκος φτάνει τα 962 χμ.
Οι αναφορές για τον δρόμο αυτόν, που παλιά λεγόταν Μουνγκάλσκι Τρακτ, πηγάζουν από τα κινέζικα χρονικά χίλια χρόνια πριν, ήταν ο δρόμος των εμπόρων και πολεμιστών. Η ανάπτυξή του όμως ξεκίνησε το 1756, όταν οι αλταϊκές φυλές προσαρτήθηκαν εθελοντικά στην Ρώσικη Αυτοκρατορία, ως εμπορικός δρόμος που ένωνε την Ρωσία με την Μογγολία. Έχει μεγάλη ιστορία από την τσαρική Ρωσία έως την Σοβιετική Ένωση. Μερικές γνωστές ταινίες έχουν γυριστεί εκεί την δεκαετία 1960, από τον συγγραφέα και σεναριογράφο Βασίλη Σουκσίν, ο οποίος γεννήθηκε στο Αλτάι στην πόλη Σρόστκι που βρίσκεται λίγο έξω από το Μπίισκ πάνω στο Τσούισκι Τρακτ. Στην ταινία “Ζει ένας τέτοιος νεαρός”  αρκετά πλάνα δείχνουν τον δρόμο, τοπία, χωριά και πραγματικές εικόνες από τα εργοτάξια κατασκευής του αυτοκινητόδρομου. Οδηγώντας εκεί νιώθεις την ιστορία αυτού του τόπου σε κάθε χιλιόμετρο.
Βέβαια, ο δρόμος έχει τροποποιηθεί αρκετές φορές, έχουν χτιστεί γέφυρες που αντικατέστησαν τις πλωτές πλατφόρμες μεταφοράς οχημάτων στα ποτάμια, ανοίχτηκαν καινούργια περάσματα, όμως συναντάς και τα παλιά κομμάτια που σημαδεύονται με τις αναμνηστικές πινακίδες.
Δυστυχώς σ’ αυτό το ταξίδι δεν καταφέραμε να μπούμε στο μουσείο του Τσούισκι Τρακτ, που εδώ και καιρό ήθελα να επισκεφτώ. Ήταν Κυριακή και ήταν κλειστό, όμως είχαμε και πολλά χιλιόμετρα να διανύσουμε για την πρώτη ημέρα…
Μετά την γέφυρα πάνω από τον Μπίγια στρίψαμε δεξιά προς την πόλη Μπελοκούριχα. Αφήσαμε τον Τσούισκι Τρακτ και τον οικισμό Σρόστκι για την επιστροφή. 
Σε λίγα χιλιόμετρα είναι η επόμενη γέφυρα, αυτή τη φορά στον ποταμό Κατούν, τον ποταμό που θα ξαναπεράσουμε από πάνω τουλάχιστον άλλες δύο φορές και θα μας συνοδεύει σε κάποια σημεία στην διαδρομή.
Κάπου εκεί, μόλις 8-10 χμ δυτικά της γέφυρας, οι δύο ποταμοί που περάσαμε πριν λίγο - Μπίγια και Κατούν, θα ενωθούν σε ποταμό Ομπ, στις όχθες του οποίου είναι και η πόλη Μπαρναούλ, απ’ όπου ξεκινήσαμε σήμερα. Πριν ένα χρόνο προσπάθησα να προσεγγίσω το σημείο, αλλά λόγω των πλημμυρών ο δρόμος προς τα κει είχε κλείσει. Σήμερα δεν πάμε εκεί, συνεχίζουμε πάνω στον Σμολένσκι Τρακτ έως την Μπελοκούριχα.

 
Μισή ώρα αργότερα αρχίζουν να φαίνονται τα βουνά, εκεί τελειώνει η πεδιάδα και αρχίζει η περιοχή των βουνών του Γκόρνι Αλτάι που απλώνεται προς τα ανατολικά και νότια.
Μπελοκούριχα - πόλη τουριστικό θέρετρο του Αλτάι, με πάρα πολλά σανατόρια - δηλαδή ξενοδοχειακές μονάδες με ιατρική κατεύθυνση, κάτι αντίστοιχο με κέντρα υγείας. Για παράδειγμα ένα ζευγάρι μπορεί εκεί να μείνει με 100 ευρώ (ελάχιστη πληρωμή) σε ένα πολυτελές ξενοδοχείο με πρωινό, μεσημεριανό και δείπνο συν όλες τις θεραπείες, από μασάζ μέχρι και θερμά λουτρά.
Μπαίνοντας στην πόλη δεν βλέπεις καμία διαφορά από τις άλλες μικρές πόλεις της Ρωσίας, μόλις όμως περάσεις στην τουριστική της ζώνη όλα αλλάζουν. Όμορφα διαμορφωμένοι δρόμοι, αρχιτεκτονική να συνδυάζει παλιά και νέα κτίρια, πάρκα κατά μήκος του μικρού ποταμού που περνάει μέσα από την Μπελοκούριχα. Πολύ πράσινο, και όλα διακοσμημένα με λουλούδια και άλλα φυτά, και το σημαντικότερο παντού καθαρά. Υπάρχουν και δύο χιονοδρομικά.

 
 
 
Στο τέρμα του κεντρικού δρόμου, που φτάνει έως το βουνό, είναι ένα όμορφο μονοπάτι για περπάτημα. Λίγο πριν είναι ένα από τα τελεφερίκ που σε ανεβάζει στο βουνό Τσερκόβκα. Τσεκρόβκα από την λέξη Τσέρκοβ - δηλαδή εκκλησία. Εκεί πάνω μέσα στο δάσος οι σχηματισμοί των βράχων θυμίζουν - όπως ισχυρίζονται κάποιοι -  εκκλησία. Η ανάβαση με τελεφερίκ κρατάει περίπου 25 λεπτά και το μήκος της διαδρομής είναι 2050 μέτρα. Αξίζει να ανέβεις εκεί πάνω, να δεις την πόλη και την πεδιάδα από εκεί...μην ξεχάσεις να πάρεις μαζί σου σποράκια να ταΐσεις τους σκίουρους - μπουρουντούκ όπως τους ονομάζουν. 

 
 
 
Το 2013 είχα μείνει εδώ δύο μέρες και όπως και σήμερα ήμουν περαστικός. Είχαμε αρκετό δρόμο μπροστά μας μέχρι την πρώτη διανυκτέρευση και δεν κάτσαμε πολύ εδώ. Πήγαμε μόνο στο παζάρι, όπου εκτός των κλασικών τουριστικών ειδών, πουλάνε ντόπια προϊόντα. Εμάς ενδιέφερε μόνο να αγοράσουμε καπνιστό κρέας. Είναι ό, τι πρέπει να σε κρατήσεις στον δρόμο εν ώρα οδήγησης. Στο μαγαζάκι μπορείς να βρεις από μικρά λουκάνικα μέχρι και κρέας ελαφιού, όλα πολύ νόστιμα, αν και λίγο ακριβά. Στην περιοχή υπάρχουν φάρμες όπου εκτρέφουν ένα είδος ελαφιού που ονομάζεται Μαράλ και οι ίδιες φάρμες φτιάχνουν αυτές τις λιχουδιές.
Η Μπελοκούριχα είναι πόλη αδιέξοδο, για να συνεχίσεις το ταξίδι πρέπει να κάνεις μερικά χιλιόμετρα πίσω και να στρίψεις δεξιά σε ένα όμορφο δρόμο που περνάει μέσα από μικρούς οικισμούς. Περιέργως το google maps δεν τον βγάζει ως διαδρομή, όμως υπάρχει κανονικός ασφάλτινος δρόμος.
Ο πρώτος οικισμός είναι Σταρομπελοκούριχα, προφανώς είναι το χωριό των πρώτων κάτοικων της πόλης Μπελοκούριχα όταν αυτή άρχιζε να χτίζεται την δεκαετία του 1920. Ακόμα και εδώ συναντάει κανείς τα μνημεία του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου. Σε τέτοια μνημεία αναγράφονται ονόματα ανθρώπων, πεσόντων στις μάχες ενάντια στους φασίστες, που προέρχονται από την συγκεκριμένη περιοχή.


Λίγα χιλιόμετρα αργότερα βγαίνεις στην πεδιάδα, ο δρόμος γίνεται μια ατελείωτη ευθεία και δεξιά και αριστερά απλώνονται τα χωράφια με φαγόπυρο ή μαύρο σιτάρι, το μάτι σταματάει στα βουνά που τώρα ακόμα μακριά. 
 
Αυτόν τον δρόμο τον “ανακάλυψα” τυχαία το 2013, όταν πειραματιζόμουν στον σχεδιασμό της διαδρομής. Από τότε μου άρεσε πάρα πολύ και τώρα τον προτιμώ από το κομμάτι του Τσούισκι Τράκτ από το Μπίισκ έως την Άγια.



Στον δρόμο είναι ο μεγάλος οικισμός Αλτάισκογιε. Εκεί επιλέγεις την διαδρομή, πάλι θα βγεις στον Τσούισκι Τρακτ απ’ όπου και να πας. Εμείς στρίβουμε αριστερά προς τον οικισμό Άγια.
Έξω από το Αλτάισκογιε υπάρχει λίμνη με οργανωμένη παραλία.
 
Μετά αρχίζει ανηφορικός δρόμος που σε οδηγεί στο πάσο Μπεριουκσίνσκι. Κατά μήκος του δρόμου έχουν δημιουργηθεί τεχνητές λίμνες για ψάρεμα, που όπως μάθαμε είναι επί πληρωμής. Μια στάση για να απολαύσουμε το τοπίο και να ξεμουδιάσουμε τα πόδια είναι ιδανική σ’ αυτό το σημείο.

 
Καθιερωμένη στάση στην κορυφή του πάσου, λίγο πριν αρχίσει η κατήφορος. Το έχω πετύχει και με βροχή και με ήλιο, πάντα είναι όμορφο το τοπίο εδώ, ανεξαρτήτως καιρικών συνθηκών. Οι λόφοι κάνουν πράσινα κύματα δίπλα στον δρόμο, πράσινο χορτάρι όπου φτάνει το μάτι σου, ξεχωρίζεις και κάτι μικρές φιγούρες στο βάθος όπου είναι η αγελάδες που βόσκουν εκεί.

 
Πριν φτάσεις στον ποταμό Κατούν ο δρόμος γίνεται λίγο δύστροπος, απότομες στροφές και λακκούβες, το αυτοκίνητο αναπηδάει και ζορίζεται, δεν σ’ αφήνει να απολαύσεις την θέα έξω από το παράθυρο.

 
Φτάνοντας στην Άγια, πριν συνεχίσουμε πιο πέρα, κάνουμε στάση σε μια τουριστική βάση - Η Γωνιά της Αρκούδας… με την πιο πρωτότυπη διακόσμηση που έχω συναντήσει σε όλο το ταξίδι. 
Εδώ, δίπλα ακριβώς στον ποταμό Κατούν, το 2013 είχα φάει τα πιο νόστιμα πελμένια - ρώσικα τορτελίνια - με κρέας από ελάφι. Οπότε συνεχίζουμε την παράδοση και φέτος.




 

Στον οικισμό Άγια, κατά μήκος του ποταμού Κατούν, έχουν απλωθεί πολλές τουριστικές βάσεις. Έχει αρκετή πολυκοσμία, όμως έχει και πολλές δραστηριότητες να ασχοληθεί κανείς. Από το μπάνιο στην λίμνη με την ομώνυμη ονομασία μέχρι και εκδρομή πάνω στα άλογα στα βουνά σε άλλες αλπικές λίμνες.
Κάποιες τουριστικές μονάδες με τα ξύλινα σπιτάκια να βρίσκονται μέσα στο δάσος. Για τα δικά μας δεδομένα οι τιμές είναι πολύ χαμηλές, έτσι ένα σπιτάκι για ένα ζευγάρι δεν κοστίζει παραπάνω από 30 ευρώ. Βέβαια μην περιμένετε τις πολυτέλειες, ρεύμα και τουαλέτα θα βρείτε όμως εκεί. Αλλά η θέα...να ξυπνάς στις 6 το πρωί, να φτιάχνεις καφέ και να κάθεσαι στα σκαλοπάτια και να μην ακούς τίποτα παρά μονάχα το ποτάμι, τον αέρα και τα πουλιά...αξία ανεκτίμητη. Είχα την ευκαιρία να το απολαύσω το 2014.

 
Λίγο έξω από τον οικισμό δίπλα σ’ αυτές τις τουριστικές μονάδες βρίσκεται η γέφυρα πάνω από τον ποταμό Κατούν που σε βγάζει στο Τσούισκι Τρακτ, εμείς όμως συνεχίζουμε μέχρι τον επόμενο οικισμό μέσω του δασικού δρόμου. 

 
Ο επόμενος οικισμός βρίσκεται στην ειδική οικονομική ζώνη και ονομάζεται Μπεριουζόβαγια Κατούν, κάπως μοιάζει με την Μπελοκούριχα με την καθαριότητα και την αρχιτεκτονική. Και πάλι είναι τουριστική ζώνη. Ο δρόμος, αν συνεχίσεις πιο πέρα, σταματάει στον ποταμό και λίγο πιο πριν μπορείς να επισκεφτείς τις σπηλιές Ταβντίνσκιγιε. 

 
Για να περάσεις απέναντι υπάρχει γέφυρα και είναι η μόνη φορά που θα συναντήσεις διόδια. Στην ουσία κατά την είσοδο από τον Τσούισκι Τρακτ πληρώνεις, εμείς την γλυτώσαμε. 

 
Για λίγα χιλιόμετρα ακόμα οδηγούσα στο γνωστό για μένα πλέον κομμάτι του Τσούισκι Τρακτ. Από  δω μπορείς να φτάσεις στο Τσεμάλ, όπου είχα πάει δύο φορές και θα ξαναγυρίσω εκεί στον γυρισμό. Ο ποταμός τώρα είναι από δεξιά, στ’ αριστερά είναι τα βουνά και όλο το τοπίο είναι μαγευτικό.
Στον οικισμό Ούστ Σεμά ο Τσούισκι Τρακτ περνάει πάνω από τον ποταμό Κατούν και θα τον ξανασυναντήσει μετά από αρκετά χιλιόμετρα. Εδώ στην γέφυρα, για μένα ανοίγουν καινούργιες τοποθεσίες, πέρα από εδώ δεν είχα ταξιδέψει ακόμα. Αυτό το γεγονός, της εξερεύνησης νέων δρόμων, και πάλι δημιουργούσε μια έντονη υπερδιέγερση όπως στο ξεκίνημα του ταξιδιού.

 
Μέχρι την πρώτη διανυκτέρευση μας είχαν μείνει γύρω στα 90 χιλιόμετρα. Στον δρόμο ο πρώτος οικισμός ήταν Τσεργκά, εκεί θα μπορούσαμε να βγούμε στον Τσούισκι εάν συνεχίζαμε από το Αλτάισκογιε όλο ευθεία και δεν στρίβαμε προς Άγια...η σκέψη ότι έχασα αυτό το κομμάτι διαδρομής και το τι θα μπορούσα να δω εκεί με βασάνιζε...λίγο...θα το κάνω την επόμενη φορά. Τώρα πάμε Νότια!

 
Ο δρόμος είναι απόλαυση, καλή άσφαλτος, πανέμορφα πράσινα λιβάδια, λόφοι και βουνά, μικροί οικισμοί στην διαδρομή. Θέλει λίγη προσοχή με τις αγελάδες που σου πετάγονται στην μέση του δρόμου.

 
Ήταν απόγευμα όταν φτάναμε στο πάσο Σεμίνσκι. Δεν φαινόταν αλλά ήταν περίπου 10 χιλιόμετρα συνεχόμενου ανηφορικού δρόμου με λίγες απότομες στροφές. Το αυτοκίνητο ζοριζόταν αλλά όχι ανησυχητικά - ήταν μικρό 1300άρι 4x4, φορτωμένο με 4 ανθρώπους συν τις προμήθειες - άντεχε αλλά και δεν χρειαζόταν να βιαζόμαστε, σε λίγο φτάναμε.
Ήμασταν στο πάσο Σεμίνσκι, στο 583ο χιλιόμετρο του Τσούισκι Τρακτ στα 1717 μέτρα. Για μια ημέρα είχαμε κάνει 450 χμ και τώρα έπρεπε να ψάξουμε για ξενοδοχείο.
Πριν πάμε για ξενοδοχείο εξερευνήσαμε λίγο το σημείο. Εδώ στη μέση του πουθενά, στην κορυφογραμμή Σεμίνσι, δεν υπάρχει κανένας οικισμός, μόνο κάποια μαγαζάκια και ένας οβελίσκος του 1956 για τα 200 χρόνια προσάρτησης του λαού του Αλτάι στην Σοβιετική Ένωση. 
 
 

 Εδώ ανάμεσα στα δύο βουνά Σαρλίκ (2500 μ) και Τιγιαχτί (1900) περνάει ο Τσούισκι Τρακτ, εδώ κάπου πηγάζει και ο ποταμός Σεμά που μας συνόδευε από την γέφυρα στον οικισμό Ουστ-Σεμά.

 
Στο βάθος δεξιά φαίνονται οι παλιές εγκαταστάσεις της αθλητικής κατασκήνωσης, όπου αναζητήσαμε για διανυκτέρευση και γύρω μας μόνο δάσος και βουνά.

 
Η είσοδος στις εγκαταστάσεις διακοσμεί μια παλιά πύλη, απομεινάρια της Σοβιετικής εποχής...Λίγο νοσταλγικά νιώθεις περνώντας από’ κει, λες και μπαίνεις στο παρελθόν. Η επιγραφή γράφει “Εκπαιδευτικό Προπονητικό Κέντρο” του Εθνικού Αθλητικού Οργανισμού.

 
Ακόμα και σήμερα χρησιμεύει ως αθλητική εγκατάσταση, κυρίως των χειμερινών αθλημάτων όπως σκι και αθλητικό πατινάζ. Λίγο πιο πάνω στο βουνό είναι και χιονοδρομικό κέντρο.
Όλα τα κτήρια είναι παμπάλαια, εκείνης της εποχής, αμφιβάλλω εάν είχε γίνει ποτέ εδώ αξιοσημείωτη ανακατασκευή ή συντήρηση. Σχεδόν παντού αθλητές, κάποιοι ήρθαν εδώ για ξεκούραση άλλη προπονούνται. Με λίγη προσπάθεια βρήκαμε το γραφείο και ρωτήσαμε για τιμές δωματίων - δεν ήταν ακριβά. Δεν ψάχναμε για πολυτέλειες και ποτέ δεν το κυνηγάμε, μας αρκούσε να έχει κρεβάτια και να’ ναι ζεστά. Αυτό βρήκαμε.

 
Τα μόνα ελεύθερα δωμάτια ήταν στο κεντρικό κτίριο, νομίζω ήταν από τα πιο παλιά που υπήρχαν εδώ. Ακουστικότητα στα δωμάτια χάλια, κατασκευή στο εσωτερικό χάλια, αλλά αυτό δεν είχα καμία σημασία, όλα ήταν τέλεια.  Άνετα ξαναπήγαινα εκεί! Το προτιμώ από τα χλιδάτα ξενοδοχεία.
Μετά το φαγητό βγήκα έξω για τσιγάρο, εκεί κατάλαβα πόσο είχε πέσει η θερμοκρασία μετά την δύση του ήλιου. Πρέπει να ήταν κοντά στους 10 βαθμούς. Και η θέα να σε γεμίζει ηρεμία...

 

Στα ταξίδια έχω την συνήθεια να ξυπνάω νωρίς και χωρίς ξυπνητήρι, ο οργανισμός από μόνος του ορίζει το πρόγραμμά μου. Θέλει να τα προλάβει όλα.
Φραπεδάκι με τσιγάρο στην Σιβηρία...με θέα το πέρασμα του Σεμίνσκι. Ομίχλη ή σύννεφα να περνάνε με ταχύτητα πάνω από τον Τσούισκι Τράκτ, με το ζόρι ξεχωρίζεις τον οβελίσκο και τα λιγοστά ακόμα αυτοκίνητα. Παντού ησυχία και ο ήχος της φύσης… Ζεσταίνομαι με τις πρώτες ακτίνες του ήλιου μέχρι να σηκωθούν οι υπόλοιποι και να βγούμε στον δρόμο.

 
Τώρα ήταν κατηφόρα, άλλα τόσα χιλιόμετρα...ίσως και λίγο παραπάνω. Το τοπίο άλλαξε λίγο, η πρασινάδα όμως ήταν παντού.

 

Σταματώντας στο τέλος του περάσματος Σεμίνσκι βγήκαμε έξω να απολαύσουμε το τοπίο… 

 
Όλο αυτό το θέαμα μας άνοιξε όρεξη και αποφασίσαμε να σταματήσουμε για πρωινό στο πρώτο μέρος που θα συναντούσαμε. Τουγιεκτά ήταν ο πρώτος οικισμός με την “καφέσκα” στην είσοδο του, δίπλα σε ένα μικρό ποταμάκι όπου περνούσαν αγελάδες και ένας νεαρός ταύρος έπαιζε με όλους.

 

 
Λίγο πριν τον οικισμό Τουγιεκτά ήταν στροφή δεξιά προς Ουστ-Καν, Μουλτά και τους πρόποδες του βουνού Μπελούχα της Οροσειράς Κατούν. Αυτοί οι προορισμοί ήταν στους πρώτους σχεδιασμούς του ταξιδιού μας. Τελικά ο κύκλος αυτός δεν βγαίνει εύκολα στον Τσούισκι Τρακτ κοντά στον οικισμό Ίνια και το αφήσαμε για μέλλον.
Στον δρόμο ξαφνικά πυκνώνουν διάφοροι οικισμοί, Καρακόλ - που η ονομασία του παραπέμπει στις 7 πανέμορφες ορεινές λίμνες Καρακόλσκιγιε, Σασικνάμ και Ονγκουντάι όπου θα σταματήσουμε για να γεμίσουμε το ρεζερβουάρ. 

 
 

Τα ζώα αδιαφορούν για τον κώδικα οδικής κυκλοφορίας, μετά τις αγελάδες που βλέπαμε πριν από το Σεμίνσκι, τώρα πρόβατα βγήκαν στον αυτοκινητόδρομο σχηματίζοντας κύκλο όπως οι παίχτες του ράγκμπι.
 

Ονγκουντάι είναι από τους μεγαλύτερους οικισμούς ή έτσι μου φάνηκε. Σταματάμε μόνο για βενζίνη, στάση για φαγητό θα είναι αλλού. Είχαμε να κάνουμε και μια μπρος-πίσω διαδρομή από το Ακτάς έως το Κοσ-Αγκάτς, για να πάμε για δεύτερη διανυκτέρευση.

 
 

Το τοπίο αλλάζει όταν πλησιάζεις το δεύτερο πάσο - πέρασμα Τσικέ-Ταμάν. Είναι λίγο μικρότερο του Σεμίνσκι, αλλά μετά τις ατελείωτες ευθείες σου φαίνεται το ίδιο απότομο. Επιτέλους λίγες στροφές, θυμίζει λίγο τους μεγάλους επαρχιακούς δρόμους Ελλάδας.

 
Στην κορυφή πάλι όπως και στην προηγούμενη φορά υπάρχουν διάφορα μαγαζάκια, πολλοί είναι αυτοί που έχουν σταματήσει εκεί, ξαφνικά βρίσκεσαι στον πολιτισμό.
Από πάνω ανοίγεται η θέα. Σε μερικά σημεία ξεχωρίζει ο παλιός, πιο επικίνδυνος δρόμος που σύμφωνα με τους αρχαιολόγους χρονολογείται από τον 10ο αιώνα, τώρα μοιάζει με μονοπάτι.

 
Μετά τον επόμενο οικισμό Κουπτσεγκέν, ο δρόμος γίνεται και πάλι ευθεία. Και ξαφνικά και πάλι Κατούν. Μετά από 190 χιλιόμετρα ξανασυναντάμε τον μεγάλο αυτόν ποταμό που τον περάσαμε στο Ουστ-Σεμά μια μέρα πριν. 

 

 

Εδώ ο ποταμός έχει σκάψει βαθιά στο έδαφος, σχημάτισε ένα βαθύ φαράγγι. Σταματήσαμε για μερικές φωτογραφίες και τυχαία συναντήσαμε έναν μοτοσικλετιστή που ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση και σταμάτησε στο ίδιο σημείο.

 
Ο τύπος, μου διαφεύγει το όνομά του, ερχόταν από το Βλαντιβοστόκ ταξιδεύοντας σε όλη τη Ρωσία. Τελευταία περιπέτειά του ήταν στο πλατό Ουκόκ, πάνω στο οροπέδιο ύψους 2200 μέτρων στα σύνορα τριών κρατών - Καζαχστάν, Κίνας και Μογγολίας. Η μηχανή του με πολλές τροποποιήσεις είχε υποστεί μια βλάβη από μια πέτρα στους δύσκολους χωματόδρομους του Ουκόκ, ένα ράγισμα στο κάρτερ και την πήγαινε για επισκευή σε μια πιο μεγάλη πόλη. Είχε κάνει ήδη αρκετά χιλιόμετρα, που μετριούνται σε χιλιάδες, λόγω των αποστάσεων της Ρωσίας, κάπου με παρέα από μοτοσυκλετιστές που πήγαιναν στην ίδια κατεύθυνση, κάπου μόνος. Είναι τυχερός… Το χαιρετίσαμε και φύγαμε.

 
Πηγαίνουμε νότια, παράλληλα με τον ποταμό Κατούν, ο οποίος είναι τώρα αριστερά μας. Ο δρόμος είναι σχεδόν ευθεία, ανάμεσα στα βουνά, μέσα σε ένα πολύ ανοιχτό όχι πολύ βαθύ φαράγγι που είχε σχηματιστεί μέσα στα εκατομμύρια χρόνια από τα νερά του ποταμού που πηγαίνει βόρεια. Ένας ακόμα οικισμός, Μάλιυ Γιαλομάν, με μια παραλία στην ένωση του ποταμό Γιαλομάν με τον Κατούν, όπου έχουν μαζευτεί αρκετοί κατασκηνωτές είναι στο δρόμο μας. Το τοπίο αλλάζει ξαφνικά, γίνεται πιο βουνίσιο.

 
 
Λίγα χιλιόμετρα αργότερα, στον οικισμό Ίνια, ξαναπερνάμε τον ποταμό Κατούν, για τρίτη φορά στο ταξίδι μας, τώρα τον έχουμε από τα δεξιά μας. Αλλά όχι για πολύ.

 
Δεν περνάνε ούτε 5 λεπτά και σταματάμε σε ένα σημείο όπου ήδη έχει μαζευτεί αρκετός κόσμος. Μια κατασκευή ντόπιας αρχιτεκτονικής με διάφορες επιγραφές σηματοδοτούν το σημείο όπου συναντιούνται δυο μεγάλοι ποταμοί - ο Κατούν με Τσούγια. Από τον ποταμό Τσούγια παίρνει το όνομα και αυτός ο αυτοκινητόδρομος ο Τσούισκι Τρακτ. 

 
Εδώ φαίνεται η διχρωμία, ο Τσούγια είναι πιο “χωμάτινος” και ο Κατούν κάπως γαλάζιος. Ο δεύτερος ποταμός αλλάζει χρώματα ανάλογα με την εποχή και ανάλογα με τα ποτάμια που εισρέουν σ’ αυτόν. Όμως πριν ενωθεί με τον Τσούγια είναι σχεδόν πάντα καθαρός, μιας και ξεκινάει από την οροσειρά Κατούν...εκεί, στους πρόποδες της οποίας ήθελα να πάω φέτος.

 

Τώρα σε όλη την υπόλοιπη διαδρομή έως το Κοσ-Αγκάτς θα πηγαίνουμε παράλληλα με τον ποταμό Τσούγια. Ο καιρός θυμίζει Ελλάδα, θερμοκρασία φτάνει πάνω από 30 βαθμούς Κελσίου και κάπου ξεπερνάει τους 35. Φυσιολογικό κλίμα για την συγκεκριμένη περιοχή.

Έως το Κοσ-Αγκάτς μας είχαν μείνει περίπου 180 χιλιόμετρα. Τώρα πηγαίνουμε στο φαράγγι του ποταμού Τσούγια με το τοπίο μπροστά μας να αλλάζει συνεχώς. Είμαστε ανάμεσα στα βουνά, που σε μερικά σημεία καλύπτονται από το δάσος και σε άλλα να είναι σχετικά γυμνά. Ο δρόμος ακόμα καλός, φρέσκια άσφαλτος, μόνο και πάλι μερικά ζώα να προτιμάνε τον αυτοκινητόδρομο κινούμενα κοντά στους διάφορους οικισμούς.
 

Στην έξοδο του οικισμού Ακμπάμ, πάνω από τον ποταμό υπάρχει ένα μνημείο για τον Κόλκα Σνεγκιριόβ (Νικόλαος Σνεγκιριόβ), ήρωας ενός παλιού ρωσικού τραγουδιού. Το τραγούδι αυτό είναι για τους οδηγούς που δούλευαν στις δύσκολες συνθήκες του Τσούισκι Τρακτ όταν αυτός χτιζόταν την δεκαετία του 1930. Στις πλάκες του μνημείου είναι χαραγμένοι οι στίχοι του τραγουδιού. Πολλοί οδηγοί είχαν πεθάνει στον δρόμο εκείνον και σε όλη την διαδρομή υπάρχουν μικρά μνημεία εις μνήμη των.

 
Ακριβώς απέναντι από το μνημείο ακόμα και σήμερα φαίνεται η παλαιά διαδρομή του Τσούισκι Τρακτ, εκεί έχουν τοποθετήσει μια αναμνηστική πλάκα για τα 90 χρόνια του αυτοκινητόδρομου ως δρόμου Εθνικής σημασίας.
 
 
Σε λίγα χιλιόμετρα φτάναμε στο Ακτάς. Εκεί θα ξαναγυρίζαμε μετά το Κοσ-Αγκάτς. Ο δρόμος δεν σε κουράζει, πηγαίνει παράλληλα με τον ποταμό Τσούγια και σου προσφέρει ένα πανέμορφο θέαμα. Οικισμοί λιγοστεύουν και μόνο τα ζώα υποδηλώνουν την ύπραξή τους σε κοντινή απόσταση. 

 
 

Πλησιάζοντας, ανάμεσα στα βουνά, άρχισε να φαίνεται η χιονισμένη οροσειρά Σέβερο Τσούισκι. Μας υποδέχτηκε ένας εύσωμος γεώσκιουρος εκεί που κάναμε μια σύντομη στάση.

 
Μπήκαμε στο Ακτάς, είχαμε μπει στην περιοχή του Ουλαγκάν. Τώρα θα πηγαίναμε έως τα σύνορα Μογγολίας, να δούμε πως είναι εκεί. 

 
Το Κοσ-Αγκάτς ήταν 100 χιλιόμετρα μπροστά και είχαμε άφθονο χρόνο για εξερεύνηση ακόμα πριν δύσει ο ήλιος και δυσκολέψει την οδηγήση. Μετά το Ακτάς στον Τσούισκι Τρακτ πραγματοποιούνται έργα ασφαλτόστρωσης. Ένας εργάτης μας αναγκάζει να σταματήσουμε και να αφήσουμε τα αυτοκίνητα από την αντίθετη κατεύθυνση. Εμείς απολαμβάνουμε την θέα της οροσειράς Σέβερο Τσούισκι, η οποία τώρα φαινόταν αρκετά πιο πάνω από τα κοντινά σε μας βουνά, μόνιμα χιονισμένες βουνοκορφές έφτιαχναν μια μαγευτική εικόνα.
 

 
Λίγο αργότερα ξαναξεκινάμε να κινούμαστε και να προσπερνάμε τα συνεργεία της οδοποιίας. Το τοπίο όσο πλησιάζεις τον νομό Κοσ-Αγκάτς αρχίζει να αλλάζει πιο απότομα. Από τα καταπράσινα βουνά γεμάτα δάσος, με την οροσειράς Σέβερο Τσούισκι στο βάθος, ξαφνικά μπαίνουμε στην περιοχή όπου υπερτερεί η στέπα. Ο δρόμος από φιδάκι γίνεται πιο ευθύς, αλλά σε καμία περίπτωση βαρετός.



 

Η οροσειρά Σέβερο Τσούισκι επιβλητικά υψώνεται από τα δεξιά μας και γύρω μας μόνο σχετικά ψηλοί λόφοι και μικρά βουνά. Ανεβαίνοντας έναν λόφο αποκαλύπτεται η Κουράισκαγια στέπα μπροστά σου με τεράστια ασφάλτινη ευθεία του δρόμου που σαν να τερματίζει σε κάποιον οικισμό. Μπροστά μας ήταν ο οικισμός Κουράι και ο ποταμός Τσούγια είχε απομακρυνθεί αρκετά δεξιά από μας.

 
 
Ξαφνικά και πάλι πράσινα βουνά στο βάθος με τις σχεδόν τελείως φλατ στέπες που οδηγούν εκεί. Φυσάει πλάγιος αέρας και το ψηλό μας αυτοκίνητο δυσκολεύεται λίγο. Πάνω από τα 110χμ/ω δεν πας, αλλά και δεν χρειάζεται. Στο αυτοκίνητο ησυχία, το ίδιο και έξω...ή έστω έτσι φαίνεται, σαν να έχουν νεκρώσει τα πάντα.

 
Η μονοτονία σπάει με κάποια κτίσματα ή φάρμες, και πολύ σπάνια με ανθρώπους. Από τα καταπράσινα βουνά βρεθήκαμε στις Μογγολικές στέπες πολύ απότομα.

 
Πλησιάζοντας τα βουνά που βλέπαμε στην ευθεία, βρεθήκαμε και πάλι να πηγαίνουμε παράλληλα με τον Τσούγια, στην όχθη του οποίου από το πουθενά εμφανίστηκε ο οικισμός Τσαγκάν-Ουζούν. Εδώ έχει λίγο πράσινο, πάντα υπάρχει όπου τρέχει νερό.

 
Για λίγο χαρήκαμε το στροφιλίκι πριν μπούμε και πάλι στις στέπες. Αφού περάσαμε το Ορτολίκ, αρχίσαμε να βλέπουμε τον ενδιάμεσο προορισμό μας, το Κοσ-Αγκάτς. Φαινόταν κοντά, αλλά τον πλησιάζαμε αρκετή ώρα. Γύρω μας μόνο στέπα και μακριά στο βάθος βουνά. Είχαμε περάσει τις οροσειρές του Αλτάι και πλησιάζαμε την Μογγολία, την οποία δυστυχώς θα την αφήναμε για άλλη φορά. 

 
 
Και επιτέλους το Κοσ-Αγκάτς! Ένας προορισμός που δεν μοιάζει με τίποτε άλλο που έχω δει σ’ αυτό το ταξίδι και γενικά με όσα έχω δει μέχρι σήμερα στην Ρωσία. 

 
Σταματήσαμε στην είσοδο της πόλης. Γύρω μας στέπα...μόνο μακριά διακρίνονται τα βουνά. Όλα είναι πολύ επίπεδα… Και να φανταστείς ότι πριν λίγη ώρα ήμασταν ανάμεσα στα βουνά γεμάτα δάσος… Η Μογγολία είναι περίπου 70 χιλιόμετρα από εδώ. Ήμασταν σε άλλο πλανήτη… Τις “γιούρτες” αυτές τις στρογγυλές κατασκευές των λαών τις Ασίας πλησιάζοντας την Μογγολία τις συναντάς πιο συχνά, εδώ τις έβλεπες σχεδόν παντού.

 
Η έννοια της ονομασίας του Κοσ-Αγκάτς χάθηκε στην μετάφραση, άλλοι λένε ότι μεταφράζοντας από τα Καζάχικα (γλώσσα του Καζαχστάν) σημαίνει “Δύο δέντρα”, άλλοι “Κουρτίνα από δέντρα”, άλλοι “Αντίο δέντρο”... Νομίζω η τελευταία απόδοση είναι πιο κοντά στην πραγματικότητα. Δεν υπάρχουν πολλά δέντρα εδώ… Και η θερμοκρασία είναι αρκετά ψηλή, έφτανε τους 32 βαθμούς. Σύμφωνα με τα στοιχεία το Κοσ-Αγκάτς ιστορικά σημειώνει την διακύμανση των 100 βαθμούς Κελσίου από το χειμώνα στο καλοκαίρι. Η υψηλότερη που έχει καταγραφεί εδώ είναι +38 °C το καλοκαίρι, ενώ η χαμηλότερη −62 °C το χειμώνα. Τους καλοκαιρινούς μήνες την νύχτα η θερμοκρασία πέφτει πολύ, όπως συνήθως συμβαίνει σε τέτοιες περιοχές.
Κάναμε μια βόλτα στην πόλη, μέχρι την έξοδο και πίσω. Κάπου στην μέση ακριβώς είναι ο δρόμος που οδηγεί νότιο-δυτικά προς το πλατό Ουκόκ, που πάρα πολύ θέλω να επισκεφτώ κάποια στιγμή. Δεν συναντάς πολλούς ανθρώπους στον δρόμο, όμως στην πλειοψηφία τους όλοι έχουν ασιατικά χαρακτηριστικά προσώπου, λες και ήμουν στο Καζαχστάν. 

 
Αντί για τα συνηθισμένα στο μάτι μας περιστέρια και σπουργίτια, στους φράχτες και στα σύρματα βλέπεις αετούς ή τσίφτες.

 
Απ’ όσο φάνηκε είναι μια πόλη με όλες τις υποδομές, από νοσοκομείο μέχρι και δημοτική βιβλιοθήκη. Δεν λείπουν και αρχαιολογικά ευρήματα, κάποιες τοιχογραφίες ή σκαλίσματα, αν και η ίδρυση της πόλης χρονολογείται από το 1801, σημαίνει ότι οι άνθρωποι ζουν σ’ αυτό το σχετικά αφιλόξενο περιβάλλον από την αρχαιότητα.
Δεν ξέρω τι ώρα ήταν, προσανατολιζόμουν με τον ήλιο που πλησίαζε προς την δύση, έπρεπε να γυρίσουμε πίσω στο Ακτάς, δυστυχώς δεν είχαμε την ευκαιρία να εξερευνήσουμε περισσότερο το μέρος. Μετά από ένα μικρό γεύμα σε ένα εστιατόριο με περίεργη ντόπια αρχιτεκτονική με επιρροές της ρώσικης δόμησης, επιβιβαστήκαμε στο αυτοκίνητο. Δίπλα μας είχαν σταματήσει τουρίστες από την Μογγολία, στο λεωφορείο μπορούσες να διαβάσεις τις επιγραφές, αφού χρησιμοποιούν ρώσικα γράμματα, δεν τους ξεχώριζες από τους ντόπιους.

 
Η οδήγηση προς την αντίθετη κατεύθυνση σου δίνει την ευκαιρία να δεις αυτά που έχασες. Πάλι το τοπίο μαζί με το περιβάλλον άλλαζε πάρα πολύ και απότομα, από την στέπα ξαφνικά βρεθήκαμε στα πράσινα βουνά. Δεν καταλάβαμε πως πέρασε η ώρα και τα 100 χιλιόμετρα.

 
Σταματήσαμε για λίγο στο Ακτάς, μας “επιτέθηκαν” αγελάδες και ταύροι που επέστρεφαν στην φάρμα τους ασυνόδευτα. Ο ήλιος έπεφτε και θέλαμε να δούμε τι θα μας προσφέρει αυτός ο νέος για μας επαρχιακός δρόμος μέχρι τον οικισμό Ουλαγκάν.

 
Η απόσταση από το Ακτάς έως το Ουλαγκάν είναι γύρω στα 55 χιλιόμετρα. Ήξερα ότι θα υπάρχουν κομμάτια με χωματόδρομο και υπολογίζοντας στο περίπου την μέση ταχύτητα είχαμε ακόμα 1,5 ώρα στην διάθεσή μας. Αρκετός χρόνος μέχρι να δύσει ο ήλιος.
Τα αξιοθέατα είπαμε να τα αφήσουμε για το γυρισμό, ήταν πολλά και θα χάναμε αρκετό χρόνο, έπρεπε να βρούμε και ξενοδοχείο για διανυκτέρευση.
Περάσαμε την Κόκκινη Πύλη - ένας στενός δρόμος ανάμεσα στα δύο βουνά κόκκινου χρώματος, που είχε ανοιχτεί την δεκαετία 1930 για να συνδέσει αρκετά απομακρυσμένα χωριά στην περιοχή, η πρόσβαση στα οποία υπήρχε μόνο μέσω της λίμνης Τελέτσκογιε. 

 
Σχεδόν αμέσως μετά, δίπλα στον δρόμο βρίσκεται μια μεγάλη μακρόστενη λίμνη Τσεϊμπέκ-Κιόλ ή Νεκρή λίμνη, όπως την ονομάζουν. Σ’ αυτή τη λίμνη δεν υπήρχαν ψάρια, μέχρι που μετέφεραν εκεί μερικά είδη και τώρα προσφέρεται για ψάρεμα.
Σ’ αυτή τη περιοχή υπάρχουν πάρα πολλές μικρές και μεγάλες λίμνες, στο δρόμο μέχρι το Κατού-Γιαρίκ θα βλέπαμε 3 ή 4.
Ο δρόμος σε αρκετά σημεία χειροτερεύει. Η άσφαλτος καλύπτει μόνο μερικά κομμάτια και αυτά πολύ μικρά για να χαρείς. Είχε σουρουπώσει, ήδη βιαζόμουν να φτάσω στον προορισμό. Δύσκολη η οδήγηση, ειδικά μετά από τόσες ώρες στο τιμόνι, με τέτοιο χωματόδρομο, που κυρίως είναι ορεινό στροφιλίκι και σε άγνωστη περιοχή. Πριν βραδιάσει τελείως όμως φτάσαμε στο Ουλαγκάν.
Χωρίς μεγάλη δυσκολία βρήκαμε ξενοδοχείο και διαπραγματευτήκαμε για καλή τιμή ένα δωμάτιο. Χρόνος για εξερεύνηση δεν υπήρχε, μόνο για ένα βαρύ πρόχειρο δείπνο και ύπνο. Την άλλη μέρα είχαμε 125 χμ χωματόδρομου έως την νότια ακτή της λίμνης Τελέτσκογιε - τον τελικό μας προορισμό.
Το πρωί ανυπομονούσα να ξεκινήσω, όλη η προετοιμασία μου φαινόταν πολύ χρονοβόρα, ήθελα να μπω στο τιμόνι, ούτε τον καφέ μου δεν ήθελα να πιω στο ξενοδοχείο. Ο καιρός ήταν τέλειος για το ταξίδι και οι βροχές που ανακοίνωνε η μετεωρολογική υπηρεσία είχαν “μεταφερθεί” για την επόμενη ημέρα (αν και αυτό αποδείχθηκε λάθος). 
 
Ο οικισμός Ουλαγκάν αν και μικρός, είναι η πρωτεύουσα της γύρο περιοχής. Μπήκαμε στο κέντρο μόλις περάσαμε τον ποταμό Μπασκάους. Ο κεντρικός δρόμος αρκετά “ζωντανός” για τόσο μικρή πόλη. Όλες οι αστικές υποδομές είναι μαζεμένες σε έναν κεντρικό δρόμο, από τοπικό δικαστήριο έως και μνημεία του 2ου Π.Πολέμου είδαμε σ’ αυτό το απομονωμένο μέρος.

 
Η άσφαλτος συνεχίζεται για μερικά, λίγα χιλιόμετρα, ακόμα. Από μακριά φαίνεται η σκόνη που σηκωνόταν από τα αυτοκίνητα που ερχόντουσαν από την αντίθετη κατεύθυνση. 

 
Καμιά φορά είναι καλύτερα να βγαίνεις από τον κεντρικό αυτό χωματόδρομο και να οδηγάς παράλληλα σε γρασίδι, όπου από τα σημάδια φαίνεται πως το προτιμούν αρκετοί. Δεν μπορείς να αναπτύξεις μεγάλες ταχύτητες εδώ, αλλά και γιατί; Καλύτερα να απολαμβάνεις την θέα από το παράθυρο. Άσε που πολύ συχνά συναντάς τους Σούσλικ - ένα είδος σκιούρου  εδαφόβιου ή Spermophilus.

 
 
Γύρω στα 13 χιλιόμετρα από το Ουλαγκάν βρίσκεται ο οικισμός Μπαλικτουγιούλ. Στην είσοδο κάνουμε την πρώτη στάση. Δεν υπάρχει βιασύνη, έχουμε ολόκληρη μέρα μπροστά μας για να φτάσουμε στον προορισμό.
Εγώ βρήκα την ευκαιρία να πιο το φραπέ μου με τσιγάρο και να απολαύσω την θέα. Ο φραπές στην Ρωσία δεν είναι γνωστό είδος καφέ, θα το βρεις σε πολύ λίγα σημεία και δεν θα είναι ακριβώς όπως το πίνουμε στην Ελλάδα. Έτσι και εδώ, στα βάθη του Αλτάι, ο μόνος τρόπος να πιεις φραπέ είναι να το φτιάξεις μόνος σου. Στην δική μου περίπτωση ήταν απλά ένα μπουκάλι νερού που φρόντισα να το παγώσω το βράδυ στην κατάψυξη.

 
Εδώ στο Μπαλικτουγιούλ πατάμε την τελευταία φορά σε ασφαλτοστρωμένο δρόμο και αυτό για πάρα πολύ λίγο, μετά την στροφή δεξιά μπαίνουμε στην αγριάδα, με όλη τη σημασία της λέξεως.

 
 

Σε 5 χιλιόμετρα από το Μπαλικτουγιούλ βρισκόμαστε στην περιοχή των 5 Παζιρίκσκι Κουργκάν. Είναι αρχαία ταφικά αναχώματα από στοιβαγμένες πέτρες μεγέθους 25-45 μέτρα σε διάμετρο και ύψους 1,5 έως 4 περίπου μέτρα, τάφοι των βασιλιάδων ή προυχόντων. Εδώ, κάποτε, ενταφίαζαν τους ντόπιους αρχηγούς ή στρατηγούς των φυλών, όπως εικάζουν αρχαιολόγοι που στις ανασκαφές βρήκαν διάφορα αντικείμενα που καθόριζαν την ανώτερη κοινωνική τάξη των νεκρών. Τα αντικείμενα αυτά μοιάζουν πάρα πολύ μ’ αυτά που βρέθηκαν στο πλατό Ουκόκ - οροπέδιο Ουκόν που βρίσκεται στα σύνορα Μογγολίας και Καζακστάν, όπου βρέθηκε η “Πριγκίπισσα του Ουκόκ”. (http://www.tovima.gr/world/article/?aid=473532).

 
Ο δρόμος προς το πάσο Κατού-Γιαρίκ δεν είναι πολύ δύσκολος, βατός χωματόδρομος που σε μερικά σημεία μόνο μπορεί να σας δυσκολέψει. Δεν ξέρω πως θα είναι με τις βροχές, αν και νομίζω ότι αυτή τη φορά δεν θα το ανακαλύψω. Η εναλλαγή του τοπίου, από ορεινή στέπα σε δασική περιοχή είναι απότομες, δεν σ’ αφήνει να βαρεθείς. 

 
 
Κάποια στιγμή βρεθήκαμε αρκετά ψηλά. Η θέα μπροστά μας - μαγευτική - στο βάθος μακριά φαινόντουσαν χιονισμένες βουνοκορφές, από κάτω μας μια από τις 2000 λίμνες που βρίσκονται στην περιοχή και δάσος όπου φτάνει το μάτι σου.

 
Σε λίγη ώρα, που μας φάνηκε αρκετή, φτάναμε στο πάσο. Από το δάσος που περάσαμε από μέσα, βρεθήκαμε να πλησιάζουμε ένα τεράστιο βαθύ φαράγγι. Τα πρώτα 35 δύσκολα χιλιόμετρα είναι πίσω μας.
 

Το Αλτάι δεν σταματάει να σε εντυπωσιάζει! Εδώ, στην κορυφή του πάσου Κατού-Γιαρίκ, δύσκολο να μην σταματήσει κανείς. Ο ποταμός Τσουλισμάν, κατά την διάρκεια των εκατομμυρίων ετών έχει κάνει φοβερή δουλειά, διαμόρφωσε ένα πανέμορφο φαράγγι ανάμεσα σε βουνά. Βγαίνει από τα νότια και κατευθύνεται προς τα βόρεια, όπου εισρέει στην λίμνη Τελέτσκογιε. 

 
Κάτω, από ύψος των 800 μέτρων, ρέει ο ποταμός, στην αριστερή όχθη του οποίου έχουν δημιουργηθεί 2-3 τουριστικές βάσεις, από το απέναντι βουνό από μεγάλο ύψος πέφτει ο καταρράκτης του ποταμού Καρασού και ο δρόμος τώρα θα πηγαίνει παράλληλα με τον ποταμό Τσουλισμάν έως την νότια ακτή της λίμνης. Στον δρόμο προς τα’ κει είναι μόνο 2 οικισμοί - Κοό και Μπαλικτσά, πρόσβαση προς τους οποίους πριν από το 1989 γινόταν ή μέσω της λίμνης Τελέτσκογιε ή μέσω ενός μονοπατιού για άλογα προς το Ουλαγκάν.

 
Το πάσο - πέρασμα Κατού-Γιαρίκ άρχιζε να χτίζεται από το 1987 με την πρωτοβουλία των αρχών. Αποτελεί έναν πολύ δύσκολο στενό χωματόδρομο 3,5 χιλιομέτρων με 9 στροφές, με κλήση να ξεπερνάει τα 18% ή 10 μοίρες, χωρίς προστατευτικές μπάρες. Προορίζεται για αυτοκίνητα 4x4 κυρίως, αν και είναι αρκετοί που κατεβαίνουν εκεί με συμβατικά Ι.Χ. Βέβαια εάν δεν καταφέρεις να ανέβεις, κάτω υπάρχει ένα συνεργείο με 2 τρακτέρ, που με μια αρκετά μεγάλη αμοιβή προσφέρεται να σε ανεβάσει πάνω.

 
Το δικό μας μικρό 4x4 εύκολα κατέβαινε την πλαγιά. Σε μερικά σημεία έπρεπε να σταματήσω στην άκρη ώστε να αφήσω τα αυτοκίνητα που ανέβαιναν, κάποια αναγκάστηκαν να αφήσουν τους συνεπιβάτες να πάνε με τα πόδια. Μ’ αυτή τη ζέστη θα ήταν επίπονο.


Μερικές από τις στροφές ήταν αρκετά απότομες, με το ζόρι έπιαναν τα φρένα σ’ αυτό το έδαφος από χώμα και πέτρες. Όμως στην τελευταία ευθεία η κατηφόρα χειροτέρεψε ακόμα πιο πολύ, ειδικά όταν έπρεπε να προσπεράσω το τρακτέρ που ταλαντευόταν δεξιά αριστερά πάνω στις λακκούβες.

 
Τα λεπτά αυτά φάνηκαν σαν μια ώρα, όμως άξιζε ως εμπειρία. Ήδη σκεφτόμουν την επιστροφή και πως θα καταφέρναμε να ανεβούμε πάνω. 

 
Στο τέρμα του πάσου υπάρχει μια τουριστική βάση, όπου σταματήσαμε για ξεκούραση, να πιούμε λίγο κβας στην καντίνα και να αράξουμε στην όχθη του ποταμού Τσουλισμάν, απέναντι από τον καταρράκτη.

 
 

Ο ποταμός Τσουλισμάν αν και όχι πολύ βαθύς  προσφέρεται όπως για ψάρεμα έτσι και για ράφτινγκ. Γέφυρα για να φτάσεις από τον καταρράκτη στην βάση δεν υπάρχει γι’ αυτό και ντόπιοι χρησιμοποιούν μια βάρκα για να περάσουν τους τουρίστες απέναντι, φτάνει να χτυπήσεις την καμπάνα και έρχεται ο πιτσιρικάς να σε παραλάβει.

 
Είχαν μείνει 75 χιλιόμετρα έως τον προορισμό, γι’ αυτό αποφασίσαμε να μην χάνουμε χρόνο εδώ, έτσι κι’ αλλιώς θα γυρνούσαμε εδώ για διανυκτέρευση στον γυρισμό.
Πάλι στον χωματόδρομο, που συχνά γινόταν ανυπόφορος λόγο της κατάστασης του εδάφους. Η θέα όμως μας αποζημίωσε.
Οδηγώντας εδώ ποτέ μου δεν ήρθε η αίσθηση του τύπου “Άντε να φτάσουμε επιτέλους”, αντιθέτως, μακάρι να είχα πιο πολλές ώρες ήλιου ώστε να σταματήσω σε πιο πολλά σημεία, να κατέβω στο ποτάμι ή να ανέβω στο βουνό.

 
Καταρράκτες, μικρούς ή μεγάλους συναντάς σε αρκετά σημεία. Παρ’ όλη τη ποσότητα νερού, το γύρω περιβάλλον δεν είναι πολύ πράσινο, όμως δεν παύει να σε μαγεύει.

 
Ο δρόμος δεν είναι επικίνδυνος, μόνο σε ένα σημείο, όχι πολύ μακριά από το Κατου-Γιαρίκ, περνάει δίπλα ακριβώς από απόκρημνους βράχους και γίνεται πολύ στενός. Υπάρχει προειδοποίηση για τυχών κατολισθήσεις και πτώσεις βράχων, παντού φαινόντουσαν κομμάτια βράχων που είχαν πέσει στο δρόμο, ευτυχώς δεν έτυχε σε μας.

 
Σε όλη τη διαδρομή συναντάς αρκετές τουριστικές βάσεις. Όλες προσφέρουν κάποιες τουριστικές δραστηριότητες, εκδρομές ή ράφτινγκ. Μια απ’ αυτές βρίσκεται σε ένα σημείο που ονομάζεται “Πέτρινα Μανιτάρια”. Αρκεί να ανέβεις λίγα χιλιόμετρα στο βουνό για να βρεθείς ανάμεσα σ’ αυτούς τους σχηματισμούς βράχων σε μορφή μανιταριών. Στην ίδια περιοχή βρίσκεται και ένας γνωστός καταρράκτης. Όλες αυτές τις τοποθεσίες τις προγραμμάτισα για την επόμενη φορά.

 
Κάποια στιγμή η κοιλάδα έγινε πιο πλατιά, ο δρόμος άρχισε να διχαλώνει και να ξαναενώνεται. Εδώ αρκετοί προτιμάνε να βγαίνουν εκτός δρόμου και να οδηγούν μέσα στο γρασίδι, όπου δεν υπάρχουν αυτές οι πέτρες που σε αναγκάζουν να κόβεις ταχύτητα.

Λίγο πριν τον οικισμό Κοό, σταματήσαμε σε ένα μικρό πευκόδασος για να ξεφύγουμε από τον ήλιο που μας κούραζε τόση ώρα. Προφανώς εδώ κατέβαινε κάποιος ποταμός που έβγαινε από τις ακτές του τις ημέρες των βροχών, όλο το δάσος ήταν γεμάτο κοτρόνες όλων των μεγεθών. Ακριβώς μετά ο δρόμος ξαναέβγαινε στην πεδιάδα του φαραγγιού.

 
Πριν το Κοό το τοπίο άλλαξε για πολλοστή φορά. Βρεθήκαμε σε πράσινα λιβάδια, όπου βοσκούσαν αγελάδες. Ξαφνικά τα βουνά πήγαν στο βάθος. 

 
Λίγα λεπτά αργότερα περάσαμε μια μεγάλη γέφυρα, ήταν ο ποταμός Μπασκάους, ο ίδιος που περάσαμε σήμερα αρκετές ώρες νωρίτερα στον οικισμό Ουλαγκάν. Στο σημείου όπου ενώνεται με τον ποταμό Τσουλισμάν ο Μπασκάους είναι πιο μεγάλος, έχει πάρει νερά από τα άλλα ποτάμια στον δρόμο του προς την λίμνη.


Παρατηρήσαμε ότι ξαφνικά ο ήλιος είχε χαθεί, ήταν και τα βαριά σύννεφα που εμφανίστηκαν απροειδοποίητα από πάνω μας, συν που το βουνό τον έκρυβε. Η μετεωρολογική πρόβλεψη μας τα χάλαγε.
Μπαίναμε τον οικισμό Μπαλικτσά, τον τελευταίο πριν από την λίμνη, όταν άρχισε το ψηλόβροχο. 

 
Εδώ στον Μπαλικτσά έχει αρκετή ζωή, αν μπορείς να το χαρακτηρίσεις έτσι, είδα αρκετούς κατοίκους να περιφέρονται στον κεντρικό δρόμο. Οι πιτσιρικάδες να παίζουν με τα ποδήλατα και όχι με τα κινητά στα χέρια, λες και βρεθήκαμε δεκαετίες πίσω στον χρόνο.

 
Σταματήσαμε σε ένα ψηλικατζίδικο στην άκρη του οικισμού. Μέσα κανένας, μόνο ένα μικρό κοριτσάκι, η Όλγα, μας υποδέχθηκε. Στην ερώτηση που είναι οι μεγάλοι μας είπε ότι έχουν πάει για δουλειά και ότι αυτή θα μας εξυπηρετήσει.
Ανέβηκε σε ένα σκαμπό πίσω από το πάγκο του ταμείου, πήρε την παραγγελία μας και μας σέρβιρε το τσάι και “μπελιας” - κάτι σαν κρεατόπιτα, αυστηρά μέτρησε τα λεφτά που της δώσαμε και μας ευχαρίστησε. Ήταν μόλις 11 χρονών! Αυτό θα πει εκπαίδευση και υπευθυνότητα!
Είχαν απομείνει 6 χιλιόμετρα μέχρι τον προορισμό. Ο δρόμος στένεψε ακόμα πιο πολύ όσο πλησιάζαμε. Σε μερικά σημεία ψηλοέβρεχε, χωρίς όμως να μας κάνει να ανησυχούμε. Μόνο όταν πλησιάζαμε στο κάμπινγκ, ο δρόμος έγινε δύσκολος από τα νεροφαγώματα. 

 
Και επιτέλους φτάσαμε! Τουριστική βάση με πολύ λίγα σπιτάκια για τουρίστες και όλη η ακτή για κατασκήνωση με σκηνές. Πληρώσαμε για την θέση και μπήκαμε με αυτοκίνητο στην στενή αμμώδης ακτή, στην προορισμένη για μας θέση.
ΦΤΑΣΑΜΕ! Πλέον ήμασταν στην νότια ακτή της λίμνης Τελέτσκογιε!

 
Η περιπέτειά μας όμως δεν τελείωνε εκεί. Την ώρα που προετοιμαζόμασταν, μαζεύαμε ξύλα για την φωτιά και στήναμε την σκηνή, ξέσπασε ένας δυνατός βόρειος άνεμος. Ο αέρας αυτός, αυτή τη περίοδο του καλοκαιριού είναι γνωστός στο να φέρνει καταιγίδες. Σύντομες μεν, αλλά δυνατές.
Δεν είχα προλάβει να στερεώσω την σκηνή, ο δυνατός και ασταμάτητος αέρας παραλίγο να την παρασύρει στα νερά της μικρής λίμνης που ήταν από την άλλη πλευρά της παραλίας. Με το ζόρι, με την βοήθεια όλων καταφέραμε να την μαζέψουμε. Δεν υπήρχε πλέον νόημα να παραμένουμε εδώ, έπρεπε να βρούμε άλλο μέρος για διανυκτέρευση. Δυστυχώς η κατασκήνωση απέτυχε.
Επιβιβαστήκαμε πριν ξεκινήσει η βροχή, την οποία έφερε ο δυνατός αέρας και φύγαμε προς μια άλλη τουριστική βάση, πινακίδα της οποίας είχα παρατηρήσει 500 μέτρα από’ δω. Ευτυχώς ο δρόμος δεν είχε προλάβει να γεμίσει νερά ακόμα, αν και η λάσπη πλέον ήταν παντού.
Σε 5 λεπτά ήμασταν στο σημείο. Μας υποδέχτηκε ένας άνδρας με 2 παιδιά, τα οποία τον βοηθούσαν με τους επισκέπτες. Είχαν μείνει λίγα δωμάτια σε ένα μισοτελειωμένο κτίσμα. Σε δύο δωμάτια υπήρχαν κρεβάτια. Το μόνο που δεν υπήρχε ήταν το ηλεκτρικό ρεύμα, το οποίο παρήγαγε μια γεννήτρια. Εμάς τους γνήσιους ταξιδιώτες δεν μας απασχολούσε το πρόβλημα με το ρεύμα, το μόνο που θέλαμε ήταν να κρυφτούμε από την καταιγίδα που ξέσπασε μόλις παρκάραμε το αυτοκίνητο.
Η ημέρα τελείωνε με γεύμα υπό το φως των κεριών και φακών σε ένα από τα δωμάτια. Καλέσαμε και τον ιδιοκτήτη του κάμπινγκ να πιει μαζί μας λίγο Μεταξά, αρνήθηκε αλλά εν τέλη κατέβασε 3 ποτηράκια.
Σε μια ώρα είχαμε πέσει για ύπνο με την βροχή και τους κεραυνούς να νανουρίζουν με τον ήχο τους.
Να ξυπνάς πιο νωρίς απ’ όλους έχει πολλά θετικά. Βγαίνεις έξω και δεν υπάρχει κανένας, απόλυτη ησυχία. Γρήγορα ετοίμασα τον καφέ μου και βγήκα στην όχθη του ποταμού Τσουλισμάν. 

 
Εδώ τελείωνε η κοιλάδα του Τουλισμάν και σε 400 μέτρα απ' αυτό το σημείο ξεκινούσε η λίμνη Τελέτσκογιε. Γύρω απλά άγρια ομορφιά. Ο καιρός δεν θύμιζε με τίποτα την χτεσινή καταιγίδα. Τα καταπράσινα βουνά φορούσαν ακόμα ένα μικρό πέπλο από την ομίχλη που ανέβαινε ψηλά με την ζέστη που ερχόταν και εξαφανιζόταν. Το ποτάμι εδώ διχαλώνει και σχηματίζει το δέλτα πριν εισρεύσει στην λίμνη, τα νερά του είναι πολύ ήσυχα και αρκετά κρύα. 

 
Σιγά-σιγά άρχισαν να εμφανίζονται διάφοροι άλλοι ταξιδιώτες, όμως υπήρχε αυτή η αίσθηση της απόλυτης αγριάδας. Κάποια πράγματα δεν μπορούν να περιγραφούν με λόγια…

 
Πίσω στο δωμάτιο βγάλαμε το σχέδιο της ημέρας παίρνοντας το πρωινό. Η μετεωρολογική υπηρεσία, αν και έκανε λάθος με την καταιγίδα της προηγούμενης νύχτας, προέβλεπε βροχή την επόμενη ημέρα, το ίδιο μας επιβεβαίωσε ο ντόπιος, ασιατικών χαρακτηριστικών, ιδιοκτήτης του κάμπινγκ. Αν και θέλαμε να μείνουμε κ’ άλλο εδώ, έπρεπε να σκεφτούμε και τον γυρισμό και ειδικά το ανέβασμα στο πάσο Κατού-Γιαρίκ υπό βροχή. Να ρισκάρουμε δεν υπήρχε λόγος. Οπότε πρώτα πάμε για μπάνιο στην λίμνη και μετά σιγά-σιγά να φεύγουμε και να διανυκτερεύσουμε στο κάμπινγκ δίπλα στο πάσο.
Η ακτή δεν ήταν μακριά, τα 400 μέτρα με τα πόδια δεν τα καταλάβαμε καν. Στο μονοπάτι, ακριβώς εκεί που εισρέει ο Τσουλισμάν στην λίμνη υπήρχε άλλη μια τουριστική βάση, με περισσότερα κτίσματα και για έναν περίεργο λόγο υπήρχε και ένα νεκροταφείο με κάποιους τάφους να έχουν φύγει στον χωμάτικο γκρεμό προς την λίμνη…

 
Βρεθήκαμε και πάλι σε εκείνη την στενή παραλία που είχαμε φτάσει το προηγούμενο βράδυ, μόνο από την άλλη μεριά. Υπήρχαν αρκετές σκηνές ανάμεσα στα δέντρα και κάποιοι προφανώς ακόμα κοιμόντουσαν. Βρήκαμε ένα σκιερό μέρος και αράξαμε εκεί. Δεν είχε ζέστη αλλά ο ήλιος, παρόλο που ήταν ακόμα νωρίς το πρωί, έκαιγε κανονικά.
Η θέα απίστευτη! Τεράστια λίμνη να απλώνεται προς τα βόρεια ανάμεσα σε ψηλά βουνά. Δεξιά μας το δέλτα του ποταμού Τσουλισμάν...

 
 

Και ξαφνικά, εκεί που δεν το περιμέναμε, προς μεγάλη έκπληξη όλων είδαμε ένα μικρό αρκουδάκι να τρέχει πίσω από έναν ντόπιο. Είχε ένα σκηνή που το έσερνε πίσω του. Ή το έχουν βγάλει για βόλτα ή μόνο του ελευθερώθηκε και βγήκε να παίξει στην παραλία.

 
Η Μάσα (Masha) όπως το ονόμασαν, είχε μείνει ορφανή όταν κάποιοι λαθροκυνηγοί σκότωσαν την μητέρα της. Έτσι τουλάχιστον μας είπαν κάποιοι που ήδη γνώριζαν την ιστορία της. Ο σκοπός των ντόπιων ήταν να την μεγαλώσουν και να την αφήσουν ελεύθερη στον εθνικό δρυμό...αν και θα ήταν δύσκολο μετά από τόση συναναστροφή με τους ανθρώπους.

 
Η Μάσα περιοδικά έκανε βραδινές επιδρομές στις σκηνές και έκανε άνω-κάτω τις τσάντες με τις προμήθειες που είχαν φέρει οι ταξιδιώτες. Σήμερα απλά έπαιζε με όποιον έβρισκε μπροστά της. Επέλεγε πιο φοβισμένα θύματα, κυνηγούσε έναν πιτσιρικά που τρόμαξε.

 
Εμένα δεν ήθελε να με πλησιάσει πολύ, αναγκαζόμουν να την κυνηγάω εγώ. Μια δαγκωνιά μου έριξε μόνο στο παιχνίδι.

 
Είχε κάνει και φιλίες με ένα σκυλί, με το οποίο έπαιζε κάπως άγρια.

 
Εντάξει, ήρθα στην Σιβηρία, είδα και αρκούδα. Νομίζω πως τα έκανα όλα!


Το μπάνιο στην λίμνη ήταν αναζωογονητικότατο! Σχεδόν παγωμένο νερό, δεν είχε προλάβει να ζεσταθεί ακόμα, στην ρηχή αμμώδης παραλία...κάπως ασυνήθιστο όμως λόγω του ότι ήταν γλυκό και όχι αλμυρό όπως των θαλασσών μας. Μου θύμιζε το μπάνιο στην λίμνη Βαϊκάλη που είχα κάνει τα προηγούμενα χρόνια.
 

Ήρθε η ώρα της επιστροφής… Αν και θα πηγαίναμε από τον ίδιο δρόμο, ξέρω ότι θα βλέπαμε καινούργια πράγματα ή αυτά που χάσαμε στο ταξίδι εδώ.
Ξανακάναμε την στάση στον οικισμό Μπαλικτσά, στο ίδιο μαγαζάκι. Η πιτσιρίκα που την έλεγαν Όλια, που μας εξυπηρέτησε την προηγούμενη ημέρα, αυτή τη φορά ήταν απασχολημένη με το παιχνίδι της, έκανε ποδήλατο μαζί με άλλους πιτσιρικάδες. 

 
Την ώρα που απολαμβάναμε τα “μπελιασί”, πέρασε μια παρέα από καμιά δεκαριά μηχανές… Αυτό πραγματικά ζήλεψα! Κάπως πρέπει να φέρω την δικιά μου μηχανή εδώ και να οργώσω όλους τους δρόμους και χωματόδρομους…

 
Ξεχάσαμε να βάλουμε λίγη βενζίνη στον οικισμό. Στο δρόμο μας ήταν και ο οικισμός Κοό, όπου είχα παρατηρήσει μια πινακίδα για βενζινάδικο. Είχαμε αρκετή ακόμα, αλλά δεν θέλεις να ρισκάρεις σ’ αυτά τα μέρη, καλύτερα να έχεις γεμάτο ρεζερβουάρ. Είναι πανεύκολο να κάνεις μια τρύπα στο ρεζερβουάρ από τις αμέτρητες πέτρες στον χωματόδρομο. Είχαμε να κάνουμε τουλάχιστον 120 χμ μέχρι την πρωτεύουσα Ουλαγκάν.

 
Ο κεντρικός δρόμος για κάποιο ανεξήγητο λόγο έχει 3-4 πύλες, τις οποίες πρέπει να τις ανοίγεις και να ξανακλείνεις αφού περάσεις. Μοιάζει λες να περνάς διόδια, μόνο που οι πύλες αυτές είναι απλές μπάρες ή πόρτες γκαράζ.

 
Μετά την βραδινή βροχή είχαν φουσκώσει τα ποτάμια που κατεβαίνουν από τα γύρω βουνά, τώρα τα νερά τρέχανε πάνω στον δρόμο, χωρίς όμως να δυσκολεύουν σημαντικά.

 
Η πινακίδα για βενζίνη στην Κοό, έδειχνε δρόμο σε κάποιο από τα σπίτια. Με μικρή δυσκολία το βρήκαμε. Τεράστιο οικόπεδο με χωράφι με ένα απλό σπίτι και έξω ούτε ένας άνθρωπος. Τα σκυλιά μόνο άρχισαν να γαβγίζουν όταν πλησίασα την πύλη.

 
Βγήκε μια γυναίκα, με μισοκοιμισμένο ύφος μας χαιρέτισε και με κάλεσε μέσα να γεμίσω το δοχείο με βενζίνη.
Η διαδικασία απλή, βάζεις το λάστιχο, ρουφάς και γεμίζεις το δοχείο που έχει σκαλισμένη μια γραμμή για 10 λίτρα. Σου δίνει και ένα κομμένο πλαστικό μπουκάλι για να μπορέσεις να γεμίσεις το ρεζερβουάρ. Η τιμή είναι πιο τσουχτερή από τα συμβατικά βενζινάδικα αλλά τι μπορείς να κάνεις σ’ αυτή την απομόνωση. 

 
Μιλήσαμε λίγο με την γυναίκα, αν και οι ντόπιοι του Αλτάι δεν φημίζονται για την πολυλογία τους. Είχα και εγώ την περιέργεια να μάθω πως ζουν εδώ και με τι ασχολούνται. Η συγκεκριμένη κάνει εμπόριο βενζίνης και κυρίως όλοι ασχολούνται με κτηνοτροφία. Δεν έχεις πολλές επιλογές εδώ.

 
Ο γυρισμός μας φάνηκε αρκετά γρήγορος, μάλλον επειδή δεν ήμασταν τόσο κουρασμένοι. Απολαύσαμε το τοπίο από μια άλλη οπτική γωνία.
Στο κάμπινγκ του Κατού-Γιαρίκ τα πράγματα είναι πολύ οργανωμένα. Μπορείς να νοικιάσεις ένα από τα σπιτάκια και στην τιμή περιλαμβάνεται και το κιόσκι που βρίσκεται δίπλα συν όλα τα συμπράγαλα για να ανάψεις φωτιά και για μαγείρεμα. Νερό άφθονο στο ποτάμι, αλλά και στις βρύσες, που προφανώς και αυτές παίρνουν το νερό από το ποτάμι. Υπάρχει επίσης ντουζιέρα με θερμοσίφωνα, οπότε όποιος προλάβει.
Στην αρχή, κατά λάθως, μας πρόσφεραν το κτίσμα με την ύποπτα γνώριμη ονομασία Τσαντίρ. Σε κάνει να αναρωτιέσαι για την προέλευση των λέξεων… Στρογγυλή κατασκευή, ντυμένη απ’ έξω με φλοιό δέντρων για μόνωση. Μέσα αρκετά συμπαθητικό. 4 κρεβάτια τοποθετημένα περιμετρικά και στην μέση το τραπέζι.

 
Τελικά καταλήξαμε σε ένα συμβατικό σπιτάκι με κλειστό κιόσκι απ’ έξω. Αμέσως ανάψαμε φωτιά και αρχίσαμε το μαγείρεμα. Η βραδιά τελείωνε πολύ όμορφα, με την ψαρόσουπα και μετά τσάι, όλα με το άρωμα του καμένου ξύλου της φωτιάς, κάτω από το σχεδόν ολόκληρο φεγγάρι που βγήκε ακριβώς στην μέση της κοιλάδας του Τσουλισμάν.

 
 

Εγερτήριο στις 6 το πρωί, εννοείται χωρίς ξυπνητήρι. Βγαίνοντας έξω διαπιστώνω ότι ετοιμάζεται να βρέξει, ήδη οι πρώτες σταγόνες άρχισαν να μας ψιχαλίζουν. Τελικά η μέτεω-πρόβλεψη έπεφτε μέσα - ερχόταν η βροχή.
Ετοιμαστήκαμε σε χρόνο ρεκόρ, θέλοντας να προλάβουμε να ανεβούμε το πάσο χωρίς λάσπες και βρεγμένες πέτρες.
Ευτυχώς η βροχή σταμάτησε για όση ώρα ανεβαίναμε. Στην πρώτη ανηφορική ευθεία νόμιζα ότι το αμάξι δεν θα αντέξει. Ήταν αυτόματο 4x4 και η αλλαγή από την πρώτη ταχύτητα στην δεύτερη δεν έγινε ποτέ. Τέρμα το γκάζι το αμάξι ανέβαινε αργά αλλά σταθερά, μόνο στα τελευταία μέτρα άρχισε να ζορίζεται. Σχεδόν κανένας δεν μίλαγε στο αυτοκίνητο όσο ανηφορίζαμε, όλοι ακούγαμε τον κινητήρα, που παρόλο 1300 κυβικών τελικά τα κατάφερε.
Σταματήσαμε και πάλι στην κορυφή του Κατού-Γιαρίκ. Τώρα με την συννεφιά και το ψηλόβροχο, όλα τα χρώματα είχαν αλλάξει. Ο ποταμός Τσουλισμάν τώρα έδειχνε πιο άγριος.

 
Το πρόγραμμα της σημερινής ημέρας ήταν να φτάσουμε στο Τσεμάλ, γύρω στα 430 χιλιόμετρα από τον ίδιο δρόμο.
Τώρα, οδηγώντας στην βροχή όλα έμοιαζαν διαφορετικά. Ο χωματόδρομος έως το Μπαλικτουγιούλ δεν είχε βραχεί ακόμα πολύ και δεν δυσκολευτήκαμε στα δύσκολα δασικά σημεία του. Κάναμε σχεδόν τις ίδιες στάσεις. Πρώτα πάνω από την λίμνη, λίγα χιλιόμετρα από το πάσο, μετά κοντά στα ταφικά αναχώματα και στο Μπαλικτουγιούλ.

 
Πλησιάζοντας το Ουλαγκάν η βροχή ξεκίνησε για τα καλά. Εκεί σταματήσαμε σε μια καντίνα για φαγητό, στην ουσία για πρωινό, διότι το χάσαμε στην βιασύνη μας να φύγουμε.
Μια ντόπια γυναίκα που δούλευε στην κουζίνα ήταν καθηγήτρια ρώσικης γλώσσας και ο πατέρας της ιστορικός. Μαζί έχουν εκδώσει ένα βιβλίο για την περιοχή με πολλές αναφορές και στοιχεία για κουλτούρα, τουριστικά σημεία, γεωγραφία, ιστορία και άλλα σημαντικά πράγματα. Δεν μπορούσα να μην το πάρω, είναι και συλλεκτικό, κυκλοφόρησαν μόλις 500 αντίτυπα.
Στην επιστροφή ξαναπερνάγαμε από την Νεκρή Λίμνη, στην οποία ήθελα να σταματήσω και να εξερευνήσω την γύρω περιοχή, αλλά λόγο της δυνατής βροχόπτωσης αυτό πλέον ήταν αδύνατο.

 
Μόνο πλησιάζοντας στην Κόκκινη Πύλη η βροχή μας άφησε λίγο χρόνο να φωτογραφίσουμε το μέρος. 

 
Σε λίγη ώρα τελείωνε και ο χωματόδρομος, μπαίναμε στο Ακτάς. Από την μια άποψη, αφήνοντας πίσω αυτά τα μέρη, ένοιωθα ότι το ταξίδι τελείωνε - η επιστροφή πάντα ξυπνάει περίεργα συναισθήματα. Από την άλλη όμως είχαμε να κάνουμε άλλη μια στάση με διανυκτέρευση στο Τσεμάλ.


Μόλις βρεθήκαμε στον Τσούισκι Τρακτ, δυνάμωσε η βροχή. Η θέα από το παράθυρο δεν θύμιζε τίποτα απ’ αυτά που είχαμε δει μόλις πριν από 3 ημέρες. Με τα βαριά βρόχινα σύννεφα, ομίχλη ανάμεσα στις βουνοκορφές η φύση ζωγράφιζε άλλες εικόνες. Όλα ήταν καινούργια, λες και είχαμε πάρει άλλο δρόμο για επιστροφή.

 
Σε μια στάση σε μια από τις καφετέριες του Τσούισκι, είδα ένα ζευγάρι μηχανόβιων να προσπαθούν να συνεννοηθούν με την πωλήτρια για να παραγγείλουν φαγητό. Ήταν από την Ισπανία και κατευθύνονταν προς την Μογγολία πάνω σε ένα Honda Transalp. Τους βοήθησα λίγο να παραγγείλουν, γιατί δεν μιλούσαν ρώσικα και η πωλήτρια δεν μιλούσε αγγλικά. Έδειχναν φωτογραφίες φαγητών που είχαν στα κινητά τους στην πωλήτρια, άντε να συνεννοηθείς τώρα! Τα παιδιά είχαν διανύσει τεράστιες αποστάσεις μέσω της Ρωσίας και Καζακστάν με τον τελικό προορισμό την Μογγολία.

 
Στον δρόμο της επιστροφής είχαμε αρκετό χρόνο να δούμε και άλλα αξιοθέατα. Διαβάζοντας το βιβλίο που είχαμε αγοράσει στο Ουλαγκάν, από την γυναίκα που μας έφτιαξε τα υπέροχα μπελιασί, ανακαλύψαμε ότι περνάγαμε από ένα σημείο όπου υπάρχουν αρχαία πετρόγλυφα νεολιθικής και νεότερων εποχών.
Λίγα μετρά από το Τσούισκι Τρακτ στην περιοχή Καλμπάκ-Τάς, όπου έχει δημιουργηθεί ένα μουσείο (αν μπορείς να το χαρακτηρίσει κανείς έτσι), πάνω στους βράχους της περιοχής  έχουν ανακαλυφθεί πάνω από 5.000 πετρόγλυφα, που απεικονίζουν ζώα, άνδρες κυνηγούς, γυναίκες και άλλα περίεργα σχήματα. Μια γυναίκα, όχι πολύ νέα, ντόπιων χαρακτηριστικών, μας έκανε ξενάγηση, άνετα, σαν κατσίκα, σκαρφάλωνε στους βράχους που ήταν ακόμη βρεγμένοι από την βροχή που πέρασε. Μας έδειξε αρκετά πετρόγλυφα που κατά την δική της εκδοχή είχαν δημιουργηθεί περίπου το 3.000 π.Χ. Στην γύρω περιοχή υπήρχαν και αρχαιότερες ζωγραφιές του 5ου αιώνα π.Χ. 

 
10 χιλιόμετρα αργότερα φτάσαμε στο σημείο όπου ενώνονται ο ποταμός Τσούγια, παράλληλα με τον οποίο πηγαίναμε από το Ακτάς, με τον ποταμό Κατούν. Η βροχή είχε σταματήσει και πλέον αναγνωρίζαμε τα σημεία που είχαμε περάσει πριν. Αποφασίσαμε να μην κάνουμε πολλές στάσεις για να προλάβουμε τον ήλιο στο Τσεμάλ.
Μόνο στο πάσο Τσικε-ταμάν κάναμε μια ολιγόλεπτη στάση. Το υψόμετρο στην κορυφή του είναι 1450 μέτρα, πριν 3 ημέρες εδώ έκανε αρκετή ζέστη, τώρα χρειάστηκε να βάλουμε μπουφάν.

 
Μας είχαν απομείνει μόνο 200 χμ.
Στην επιστροφή, πλησιάζονται τα μέρη που επισκεπτόμουν 2 συνεχόμενα χρόνια, μου ξυπνούσε ένα περίεργο συναίσθημα, έμοιαζε σαν να γυρνούσα σπίτι μου μετά από αρκετά χρόνια στο ταξίδι. Η αίσθηση κούρασης μετά από 400 χιλιόμετρα οδήγησης έφυγε και στην θέση της ήρθε η υπερένταση και τεράστια (δεν ξέρω πως αλλιώς να το περιγράψω) διάθεση. Οι πολλές ώρες στο τιμόνι ξεχάστηκαν, όχι όμως οι εικόνες της διαδρομής.
Πάλι βρεθήκαμε στον ποταμό Κατούν, που τον είχαμε αφήσει λίγο μετά την ένωσή του με τον Τσούγια. Τώρα περνάγαμε την γέφυρα στον οικισμό Ουστ-Σεμά για να στρίψουμε δεξιά, αποφεύγοντας τον δρόμο της επιστροφής για μια ακόμη ημέρα. Άλλα 35 χιλιόμετρα, στον γνωστό δρόμο προς το Τσεμάλ. Έμοιαζε σαν να μην άλλαξε τίποτα, λες και ήταν χτες που οδηγούσα παράλληλα με τον μεγάλο ποταμό. Θυμηθήκαμε και μέρη που εξερευνούσαμε τα 2 προηγούμενα χρόνια.
Σε λίγη ώρα ήμασταν στο Τσεμάλ. Το πρώτο μέλημα ήταν να βρούμε διανυκτέρευση. Ως τουριστικό σημείο, το Τσεμάλ, προσφέρει πολλές ευκαιρίες να βρεις να νοικιάσεις σπίτι ή δωμάτιο ή ξενοδοχείο. Από εδώ ξεκινάνε διάφορες εκδρομές σε διάφορα δύσβατα σημεία του Αλτάι, όπως για παράδειγμα οι 7 ορεινές λίμες Καρακόλσκιγιε. Για να φτάσεις  εκεί υπάρχουν δυο τρόποι, ή με άλογα ή με τζιπ και μετά πεζοπορία. Για άλλη μια φορά το αφήνω για την επόμενη…
Στο περσινό ταξίδι είχα βρει ένα απλό ενοικιαζόμενο σπίτι, πάρα πολύ φθηνό για τα δεδομένα μας, λίγα μέτρα από το τέλος του Τσεμάλ. Φέτος ευτυχώς ήταν ελεύθερο ένα από τα δύο διαμερίσματα στον πρώτο όροφο που μας χωρούσε όλους. Δυο μεγάλα δωμάτια με αρκετά κρεβάτια και κουζίνα, όχι τίποτα ιδιαίτερο - απλό, ζεστό, καθαρό, με σκεπή πάνω από το κεφάλι μας. Μουμιοποιημένο κεφάλι ελαφιού με τεράστια κέρατα για διακόσμηση, ένα στενό μπαλκόνι που σκέπαζαν οι μηλιές με θέα στο δάσος που βρίσκεται ακριβώς όπου τελειώνει το χωράφι και το οικόπεδο. Ο τύπος, Αλέξανδρος, μαζί με την γυναίκα του είναι πολύ φιλόξενοι και καλοί άνθρωποι, αμέσως μας ετοίμασε την μπάνια (Ρώσικη σάουνα) και η γυναίκα του μας έφερε όλα τα συμπράγαλα που χρειαζόμασταν.  Αφού μπανιαριστήκαμε, φάγαμε και μεθύσαμε πέσαμε σαν ξεροί για ύπνο.
Δεν υπάρχει τίποτε καλύτερο να ξυπνάς πολύ νωρίς το πρωί, χωρίς ξυπνητήρι βέβαια, και να απολαμβάνεις την ηρεμία και την ομορφιά της φύσης… Το μπαλκόνι του σπιτιού στενό αλλά με τέλεια θέα, κρυβόταν πίσω και κάτω από μηλιές. Από δω έβλεπες μόνο ένα μικρό κομμάτι του οικισμού, εκεί που τερματίζει δηλαδή στο βουνό, με λίγες μονοκατοικίες, σχολείο και χωράφια. Το σπίτι του Αλέξανδρου τερμάτιζε με το χωράφι του στο δάσος, από το οποίο έβγαιναν καμιά φορά οι αγελάδες που βόσκουν ελεύθερα στο βουνό. Αν και καλοκαίρι τα πρωινά εδώ είναι αρκετά κρύα, καμιά φορά η θερμοκρασία μπορεί να πέσει και κάτω από 10 βαθμούς, ενώ την ημέρα φτάνει και τους 30.

 
 
Ήταν η τελευταία ημέρα του ταξιδιού, μετά από την μικρή εξερεύνηση, θα γυρνούσαμε πίσω.
Τα δύο αξιοθέατα εδώ είναι ο παλιός ύδρο-ηλεκτρικός σταθμός στον ποταμό Τσεμάλ, δίπλα ακριβώς στο σημείο ο οποίος εισρέει στον ποταμό Κατούν και το μικρό νησάκι με μοναστήρι στον ποταμό Κατούν με περίεργη, Ελληνικής προέλευσης, ονομασία Πάτμος.
Στο τέρμα του δρόμου, στον οποίο μέναμε, περίπου 200 μέτρα από το σπίτι, ο οικισμός τελειώνει. Εκεί βρίσκεται μια μεγάλη εκκλησία και μια μικρή αγορά με τουριστικά και εκκλησιαστικά είδη στο δρομάκι στρωμένο με ξύλα προς την ακτή του ποταμού Κατούν. Από την πλατφόρμα στο νησάκι Πάτμος οδηγεί μια στενή κρεμαστή γέφυρα. Γενικά οι περισσότερες γέφυρες πάνω από τον ποταμό είναι φτιαγμένες κατά αυτόν τον τρόπο.

 
Στο νησάκι υπάρχει ένα μικρό εκκλησάκι και φημίζεται για το εικόνισμα που έχει ζωγραφιστεί σε έναν βράχο δίπλα στο κτίσμα.

Λόγο του κόσμου που είχε μαζευτεί εκεί από το πρωί, δεν περάσαμε απέναντι. Από την μεγάλη εκκλησία οδηγεί ένα μικρό μονοπάτι έως τον υδρο-ηλεκτρικό σταθμό.
Όπως και πριν από μερικά χρόνια, ξανασυναντάμε εκεί τον ίδιο τύπο που παίζει σαξόφωνο. Στο μυαλό δύσκολα συνδυάζεται όλη η αγριάδα του τοπίου, με το μονοπάτι δίπλα στον γκρεμό, δάσος, βουνό και τον μεγάλο και δυνατό ποταμό από κάτω με τις μουσικές προτιμήσεις του σαξοφωνίστα. Του αφήνουμε όμως φιλοδώρημα μερικά ρούβλια.

 
Ο καιρός ετοιμαζόταν να ρίξει βροχή, όπως και το περιμέναμε, αλλά ακόμα ήταν σχεδόν στεγνά. Μόνο σε μερικά σημεία του μονοπατιού, όπου περνούσε τα βράχια ήταν λίγο επικίνδυνο. Αρκετός κόσμος πηγαινοερχόταν εδώ, αν και υπήρχε πιο εύκολη πρόσβαση με άνετο πάρκινγκ από την άλλη μεριά του Τσεμάλ.

 
Λίγο πριν φτάσεις στο τέλος, το τοπίο ανοίγει. Βλέπεις τον Κατούν να σχηματίζει μερικά νησάκια στην μέση και λίγο πριν απ’ αυτά τα νερά να αλλάζουν χρώμα, είναι το σημείο όπου ο ποταμός Τσεμάλ εισρέει στον Κατούν. Τα καθαρά νερά του δύσκολα αναμιγνύονται με τα σκούρα νερά του Κατούν, σχηματίζοντας ευδιάκριτο όριο. 

 
Από’κει είναι μόλις 100-200 μέτρα έως τον σταθμό. Εδώ και από τις δύο μεριές του ποταμού Τσεμάλ, έχουν φυτρώσει πολλά τουριστικά μαγαζάκια, από ταβέρνες και καφετέριες έως τα μαγαζάκια με τουριστικά είδη. Όλα σχεδόν είναι ξύλινα. Στο ίδιο σημείο γύρω από το σταθμό έχουν στηθεί και ατραξιόν για τους εξτριμαλάδες, μπορείς να πετάξεις πάνω από τον ποταμό Τσεμάλ με 8 ευρώ (περίπου) δεμένος στο συρματόσκοινο ή να ασχοληθείς με πιο ακίνδυνες δραστηριότητες.

Ο ύδρο-ηλεκτρικός σταθμός, ένα κτήριο που βρίσκεται πλάι στο φράγμα, λειτουργεί πλέον μόνο ως μουσείο. Πίσω του είναι η μικρή λίμνη που δημιουργείται από το φράγμα. Άλλες εποχές γίνεται πιο μικρή, άλλες πλημμυρίζει. Το 2014, μετά από δυνατές βροχοπτώσεις, ο ποταμός Τσεμάλ κατέστρεψε ένα κομμάτι του φράγματος, ανεβάζοντας την στάθμη του στο ύψος των παραθύρων του μουσείου.

 
Για να μην χάνουμε πολύ χρόνο, κάναμε μόνο μια μικρή βόλτα στην περιοχή, απολαύσαμε του καταρράκτες του φράγματος, κατεβήκαμε στο ποτάμι και σύντομα επιστρέφαμε πίσω.

 
Στο γυρισμό, στην μέση του μονοπατιού μας έπιασε η δυνατή βροχή συνοντευόμενη με κεραυνούς ο ήχος των οποίων ενισχυόταν ακόμη πιο πολύ μέσα στο φαράγγι του ποταμού. Αδιάβροχα δεν βοήθησαν σχεδόν καθόλου. Καταφύγιο βρήκαμε μόνο στο τέλος του μονοπατιού, όπου καταφέραμε να κρυφτούμε από την βροχή που χτυπούσε για ένα μισάωρο ακόμα.
Δυστυχώς σήμερα επιστρέφαμε πίσω… Ήμασταν έτοιμοι σε μισή ώρα, με όλα τα μπαγκάζια μας φορτωμένα στο αμάξι, αποχαιρετούσαμε τους φιλόξενους ανθρώπους του Τσεμάλ και βγήκαμε στον δρόμο της επιστροφής.

 
Σιχαίνομαι τις επιστροφές! Το μόνο ευχάριστο ήταν η θέα από το παράθυρο και ο γνωστός πλέον δρόμος. Στα αριστερά μας συνόδευε ο ποταμός Κατούν, καμιά φορά κρυβόταν πίσω από το πυκνό δάσος και χωριά που υπάρχουν σε όλη τη διαδρομή. Σε αρκετά απ’ αυτά είχα σταματήσει τα προηγούμενα χρόνια, όπως και σε μερικές μικρές αγορές που έστηναν με αφορμή κάποια τοπική γιορτή οι ντόπιοι.

 
Αν και είχαμε ακόμα αρκετό χρόνο, περιοριστήκαμε σε λίγες στάσεις. Μια τέτοια ήταν στην μικρή λίμνη στον οικισμό Μανζερόκ.
Ο οικισμός αυτός προσελκύει κυρίως το χειμώνα με το γνωστό χιονοδρομικό του κέντρο που τερματίζει δίπλα στην λίμνη.

 
Ήταν η τελευταία στάση πριν μπούμε στο Αλτάισκι Κράι (Νομός του Αλτάι), όπου τα σύνορά του αρχίζουν μετά την πόλη Γκόρνο-Αλτάισκ. Το Μανζερόκ, όπως και οι προηγούμενοι οικισμοί που περάσαμε από το Τσεμάλ, βρίσκονται στην Ρεσπούμπλικα Αλτάι (Δημοκρατία του Αλτάι).
Μετά το Γκόρνο-Αλτάισκ το τοπίο αλλάξει δραστικά. Τα βουνά τελειώνουν και αρχίζουν οι πεδιάδες. Το μόνο που δεν αλλάζει είναι ο ποταμός Κατούν, που συνεχίζει να μας συνοδεύει από τα αριστερά.
Λίγα χιλιόμετρα από το Μπίισκ, υπάρχει οικισμός Σρόστκι με γνωστή σε όλους τοπική αγορά πλάι στον αυτοκινητόδρομο.
Σρόστκι είναι η γενέτειρα του Βασίλη Σουκσίν, γνωστού Ρώσου συγγραφέα, σκηνοθέτη και ηθοποιού. Εδώ, στον λόφο πάνω από τον οικισμό υπάρχει ένα άγαλμα προς τιμή του. Με χαρακτηριστικό του βλέμμα κάθεται χάμω και κοιτάει το χωριό του από ψηλά.

 
Έχει σκηνοθετήσει πολλές ταινίες την δεκαετία του 60-70, στις κάποιες έχει παίξει ο ίδιος και έκανε γνωστό το Αλτάι σε ευρύ κοινό της Σοβιετικής Ένωσης τότε και της Ρωσίας σήμερα. Στα μέσα Ιουλίου στον οικισμό αυτό αλλά και σε αρκετές πόλεις πραγματοποιούνται γιορτές του Σουκσίν, όπου συμμετέχουν αρκετοί γνωστοί ηθοποιοί, οι οποίοι διαβάζουν δικά του λογοτεχνικά έργα. Πολλά έχουν αλλάξει από τότε και κάποια πράγματα παρέμειναν ίδια, αυτό το βλέπεις μέσα από τις ταινίες του…

 
Πίσω στον δρόμο… Τελευταία στάση... Στην πόλη Μπίισκ μπαίνουμε λίγο πριν δύσει ο ήλιος. Προλαβαίνουμε να επισκεφτούμε άλλο ένα σημαντικό ιστορικό πρόσωπο, το μνημείο του δηλαδή, τον Τσάρο Πέτρο τον Πρώτο. Αυτός είχε ιδρύσει την πόλη αυτή το 1709 ως φρούριο. Από εδώ ξεκινούσε ο Τσούισκι Τρακτ που συνδέει την Ρωσία με την Μογγολία και η πόλη αυτή είχε τον προορισμό να φυλάει τα ανατολικά σύνορα της χώρας. 

 
 
Επίσης εδώ ενώνονται δύο μεγάλοι ποταμοί: ο Μπίγια που εκλύεται από την λίμνη Τελέτσκογιε στην βόρεια πλευρά του και ο Κατούν, που πηγάζει από τα δυτικά όροι του Αλτάι, από την οροσειρά Κατούν και οι δύο ποταμοί αυτοί σχηματίζουν τον ποταμό Ομπ, πάνω στον οποίο είναι και ο προορισμός μας η πόλη Μπαρναούλ, ο οποίος με την σειρά του εκλύεται στον Αρκτικό Ωκεανό διασχίζοντας όλη τη Ρωσία από τον νότο έως τον βορά.
Τα τελευταία χιλιόμετρα μέσα στον σούρουπο είναι και τα πιο κουραστικά.
Το ταξίδι πλησίαζε προς το τέλος...και αναπόφευκτα το μυαλό ξαναέπαιζε τις εικόνες της διαδρομής που κάναμε σ’ αυτό το ταξίδι...και ταυτόχρονα ήδη σχεδίαζε την επόμενη “απόδραση’ από τον πολιτισμό…

Μπορεί αυτό το ταξίδι να τελείωνε αλλά τώρα θα μπορούσαν να αρχίσουν κι’ άλλα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου