Στους δρόμους του Αλτάι 2018 - part 1



Το φετινό ταξίδι θα μου μείνει πραγματικά αξέχαστο… κυρίως λόγω των δυσκολιών που αναγκαστήκαμε εγώ και οι συνταξιδιώτες μου να αντιμετωπίσουμε στην διαδρομή, των αλλαγών στα σχέδια και τον τρόπο μετακίνησης. Τώρα που τα σκέφτομαι τα βλέπω ως μια περίεργη περιπέτεια, τότε, στον δρόμο, τα πράγματα δεν ήταν και τόσο ρόδινα, όμως δεν θα άλλαζα τίποτα με τίποτα. Πάμε στην ιστορία…
Το Αλτάι, ως περιοχή, είναι τεράστια. Σε 5 χρόνια που έρχομαι εδώ, έχω διανύσει πάνω από 10.000 χιλιόμετρα, έχω επισκεφτεί αρκετά από τα γνωστά και όχι τόσο σημεία, έχω πάρει αρκετούς δρόμους και χωματόδρομους, έχω φτάσει σε πολλές λίμνες, ποτάμια και ξεχασμένα χωριά… όμως δεν έχω δει ούτε το 10%... Βλέποντας τις ιστορίες των ντόπιων εξερευνητών σχεδίαζα τις διαδρομές και προορισμούς σύμφωνα με τις δυνατότητές μου και τον μέσον που διέθετα κάθε φορά (μέσα μετακίνησης και χρηματικά). Καμιά φορά θες κάτι καινούργιο, άλλες φορές θες να ξαναεπισκεφτείς τις τοποθεσίες που νομίζεις ότι δεν αφιέρωσες αρκετό χρόνο γι’ αυτές ή και απλά γιατί σου άρεσε πάρα πολύ εκεί. Έχοντας περιορισμένο χρόνο και «μέσα», όπως κάθε φορά έτσι και φέτος, σχεδιάσαμε τις διαδρομές με καλύτερο δυνατό τρόπο, συνδυάζοντας πολλούς παράγοντες προτιμήσεων. Το ταξίδι διαιρέθηκε σε 2 μέρη. Πρώτο μέρος προς τα Δυτικά και δεύτερο και κυριότερο να βγάλουμε το απωθημένο μας, να φτάσουμε σε έναν οικισμό στην λίμνη Τελέτσκογιε που πέρυσι δεν μας το επέτρεψαν οι συνθήκες.

Το πρώτο μέρος του ταξιδιού, προς τα Δυτικά, ήταν ένα τριήμερο με δύο διανυκτερεύσεις στο Σλάβγκοροντ και Ρουμπτσόβσκ και ως κυριότερος προορισμός την αλμυρή λίμνη Μπουρλίνσκογιε.

Βέβαια, οδηγώντας σε νέα για μένα διαδρομή, δεν μπορούσα να μην τσεκάρω και άλλα ενδιαφέροντα σημεία, στον δρόμο υπήρχαν πάρα πολλές λίμνες, κάποιες από τις οποίες ήταν σχεδόν δίπλα. Αν και θα ήθελα να αναφερθώ σ’ αυτό το κομμάτι ταξιδιού, θα το παρακάμψω και θα αρκεστώ σε μερικές κυριότερες φωτογραφίες παρακάτω.










Λίμνη Μαλίνοβογιε.











Το πρόγραμμα πάντα είναι πιεσμένο. Μετά το 3ήμερο στα δυτικά του Αλτάι, είχαμε μια ημέρα να ξεκουραστούμε και να προετοιμαστούμε για το κυρίως πιάτο. Ξεκούραση είναι κάτι σχετικό, στην ουσία είναι αποχή από το τιμόνι και ασχολία με τις δουλειές που αφήσαμε ξεκρέμαστες συν την προμήθεια φαγώσιμου για το μεγάλο ταξίδι.

Το αυτοκίνητο είναι όπως και πέρυσι, ένα 3λιτρο 4 επί 4, ντίζελ, αυτόματο και δεξιοτίμονο, αρκετά ευρύχωρο για 4 άτομα και προμήθειες για μια εβδομάδα. Με την πρώτη ματιά ήταν σε άριστη κατάσταση, τα λάστιχα ναι μεν παλιά αλλά ακόμα αντέχουν για πολλά χλμ, δεν χάνει λάδια, δεν καπνίζει πίσω…όλα οκ όπως μας διαβεβαίωσε και ο μάστορας.





Για να γλυτώσουμε έξοδα φαγητού στο ταξίδι, μαζί μας παίρνουμε αρκετά από τα είδη πρώτης ανάγκης, για να μαγειρεύουμε μόνοι μας όσο το επιτρέπουν οι συνθήκες, που στην Ρωσία αυτό δεν αποτελεί ποτέ πρόβλημα, αναλόγως με το τι θα διαλέξεις για διαμονή.


Άλλο ένα αξιοσημείωτο της Ρωσίας είναι ότι οι κάτοικοι των μεγάλων πόλεων έχουν και εξοχικές κατοικίες (Dacha) – εκτάσεις γης 600 τμ – με την διαφορά ότι στην Ελλάδα το εξοχικό είναι μέρος για καλοκαιρινή (κυρίως) ξεκούραση, ενώ στην Ρωσία είναι σκληρή δουλειά στο χωράφι. Αυτή η σκληρή δουλειά όμως σου αποδίδει καρπούς το φθινόπωρο με την μεγάλη συγκομιδή φρούτων και λαχανικών για τον χειμώνα.










Στην δική μας περίπτωση, για αρχές του Αυγούστου – που είναι σχετικά νωρίς, είχαμε την δυνατότητα να πάρουμε μαζί μας όλα τα απαραίτητα λαχανικά. Το μισό αυτοκίνητο ήταν γεμάτο με τα πράγματά μας και το άλλο μισό με «καρπούς σκληρής δουλειάς στο χωράφι» και κουζινικά για να είμαστε πλήρως ανεξάρτητοι και προετοιμασμένοι για όλα.
Πρώτη ημέρα.


Αφήσαμε την πρωτεύουσα του Αλτάι Κράι – Μπαρναούλ – όχι πολύ νωρίς το πρωί, όπως συνηθίζουμε. Η πρόγνωση του καιρού έδινε ηλιοφάνεια για 3 ημέρες, η βροχή ερχόταν στον δρόμο γυρισμού από την λίμνη Τελέτσκογιε, οπότε προλαβαίναμε να απολαύσουμε την λίμνη και την διαδρομή με καλό καιρό (αν και η βροχή έχει την ομορφιά της στα μέρη εκείνα). Η θερμοκρασία όμως προβλεπόταν αρκετά υψηλή για την εποχή και την περιοχή της δυτικής Σιβηρίας, γύρω στους 33-35 βαθμούς. Η πρώτη διανυκτέρευση θα είναι στον οικισμό Τουροτσάκ, που είχαμε καταλήξει εντελώς τυχαία στο περσινό μας ταξίδι και μας άρεσε ως προορισμός. Όμως φέτος θα πηγαίναμε από έναν άλλο δρόμο, αποφεύγοντας το πέρασμα από την πόλη Μπίισκ και την διαδρομή μέσω της πρωτεύουσας της Δημοκρατίας του Αλτάι – Γκόρνο-Αλτάισκ. Είχαμε σχεδιάσει να περάσουμε από έναν δρόμο που περνάει παράλληλα με τον ποταμό Μπίγια, μέσα από μικρά χωριά και έναν, όπως μας ενημέρωναν, σχετικά δύσκολο χωματόδρομο.




Δεν υπήρχε βιασύνη, είχαμε αρκετό χρόνο να φτάσουμε στο Τουροτσάκ, κάναμε την καθιερωμένη μας στάση – κάτι σαν τελετουργικό του κάθε ταξιδιού – στην πατρίδα του Γκέρμαν Τιτόβ, απολαμβάναμε την διαδρομή με ατελείωτα χωράφια από ηλιοτρόπια και φαγόπυρο…





Και…εντελώς ξαφνικά, 10 χλμ πριν από το Μπίισκ ξεκίνησε…

Ανάψανε όλα τα λαμπάκια στο ταμπλό του αυτοκινήτου, το φρένο δεν ανταποκρινόταν λες και είχε σβήσει ο κινητήρας, ο οποίος όμως δούλευε κανονικά αλλά ανέβαζε απότομα την θερμοκρασία! Γαμώτο! Στάση στην άκρη του αυτοκινητόδρομου, μέσα στην ζέστη, κίνηση… Με την πρώτη ματιά ανοίγοντας το καπό δεν καταλάβαμε κάτι. Δώσαμε χρόνο να κρυώσει η κινητήρας για να πάμε σε κάποιο συνεργείο του Μπίισκ να δούμε τι συμβαίνει. Με χίλια ζόρια καταφέραμε να φτάσουμε σε ένα συνεργείο σχεδόν κοντά στην γέφυρα πάνω από τον ποταμό Μπίγια, ήθελε προσοχή με το φρένο, έπρεπε να το πατάω με όλη την δύναμη, προφανώς δεν δούλευαν τα υδραυλικά, όπως και δεν φόρτιζε η μπαταρία.

Εκεί βρέθηκε το πρόβλημα, έσπασε ο ιμάντας του δυναμό, που γυρνάει και την τρόμπα νερού. Ευτυχώς για μας δίπλα υπήρχαν αρκετά καταστήματα με ανταλλακτικά, όπου βρήκαμε έναν ιμάντα, δυστυχώς όμως το συνεργείο ήταν γεμάτο και δεν υπήρχε περίπτωση να το επισκευάσουμε άμεσα.

Μας έστειλαν λίγο πίσω, στην είσοδο της πόλης, όπου όπως ισχυρίστηκαν υπήρχε συνεργείο που ειδικεύεται στα ντίζελ αυτοκίνητα. Συνεργείο υπήρχε, μας δέχτηκε άμεσα, όμως ο μάστορας δεν ήταν ειδικός στα ντίζελ και δεν κατάφερε να λύσει τα εξαρτήματα για να περάσει τον ιμάντα. Χάσαμε καμιά ώρα εκεί. Ξανά στον δρόμο, ακόμα λίγα χιλιόμετρα πιο πέρα, σε ένα άλλο συνεργείο που μας σύστησαν.





Με την τρίτη προσπάθειας επιτέλους βρίσκουμε τον άνθρωπό μας. Ένα μικρό συνεργείο της γειτονιάς, που δεν σου γεμίζει το μάτι, με 2 νεαρούς μαθητευόμενους και έναν ακόμα πολύ νέο μάστορα που πιάνουν τα χέρια του και όπως αποδείχτηκε με τεράστια πείρα. Ο ιμάντας που αγοράσαμε, παρόλο που είχε τα σωστά στοιχεία, δεν ταίριαζε στον αυτοκίνητό μας. Δεν πειράζει όμως, βρήκαμε έναν άλλο, σε αποθήκη ανταλλακτικών για τρακτέρ, ταίριαξε στην δική μας περίπτωση. Σε 2-3 ώρες είχαμε τελειώσει και δεν μας στοίχησε πολύ.

Στο σύνολο, λόγω του προβλήματος, χάσαμε αρκετές ώρες – έπρεπε να τροποποιήσουμε την διαδρομή. Δυστυχώς ο αρχικός μας σχεδιασμός άλλαξε. Δεν υπήρχε περίπτωση να φτάσουμε στο Τουροτσάκ πριν από τις 12 το βράδυ εάν ακολουθούσαμε τον δρόμο παράλληλα με τον ποταμό Μπίγια και το να οδηγάς σε έναν άγνωστο δρόμο σε δύσκολες συνθήκες δεν είναι και το πιο συνετό πράγμα. Έπρεπε να ακολουθήσουμε την κανονική διαδρομή, μέσω της πόλης Γκόρνο-Αλτάισκ και πέρα από τον οικισμό Τσόγια.





Με ανανεωμένες δυνάμεις και κάπως καλύτερη διάθεση συνεχίσαμε. Άλλη μια στάση στον οικισμό Σρόσκτι, πατρίδα του Βασίλη Σουκσίν, επιβάλλεται! Το κλασικό παραδοσιακό παζάρι με ντόπια προϊόντα και αναμνηστικά τουριστικά είδη, με γνωστά σε όλη την περιοχή φαγάδικα όπου φτιάχνουν από τα νοστιμότερα «Ντράνικι» (κάτι σαν πατατοκεφτέδες), «μπελιασί» και «τσεμπουρέκι» (κάτι σαν κρεατόπιτες), συνοδευόμενα με τσάι ή καφέ, είναι απαραίτητος προορισμός. Αν βρεθείτε σ’ αυτά τα μέρη, επισκεφτείτε το.










Λίγα χιλιόμετρα μετά το Γκόρνο-Αλτάισκ και αφού βγήκαμε από τον αυτοκινητόδρομο, ξεχάστηκαν όλα τα προβλήματα που αντιμετωπίσαμε πριν λίγες ώρες. Ο δρόμος φιδάκι, ανάμεσα σε καταπράσινα βουνά, λόφους, πεδιάδες, μικρά απομονωμένα χωριά, μικρά και μεγάλα ποταμάκια, σε κάνει να ξεχνιέσαι. Η ομορφιά της φύσης πολλαπλασιαζόταν με τα χρώματα του ήλιου που έδυε σταθερά…














Στην γέφυρα πάνω από τον ποταμό Μπίγια, κοντά στον οικισμό Βερχ-Μπίισκ, φτάσαμε σχεδόν στο σούρουπο. Η δύση σε συνδυασμό με την ομίχλη που σηκωνόταν πάνω από το δάσος και τον ποταμό χάριζε τα πιο όμορφα χρώματα. Πλέον βρισκόμασταν μακριά από τις μεγάλες πόλεις, μακριά από τον πολιτισμό και βαβούρα. Εδώ ακούς μόνο το ποτάμι και τα πουλιά. Κοντά στην γέφυρα υπάρχει και μια καφετέρια όπου κάναμε την τελευταία στάση πριν καταλήξουμε στο Τουροτσάκ. Λίγο τσάι με κρέπες γεμιστές με αγριοφράουλα και κρέμα γάλακτος, μέχρι να δύσει τελείως ο ήλιος.











Σε λίγη ώρα ήμασταν στο Τουροτσάκ, στο ίδιο τουριστικό συγκρότημα που είχαμε επισκεφτεί το 2017. Η οικοδέσποινα μας αναγνώρισε αμέσως, αν και έχει περάσει ένας χρόνος, βέβαια δεν συχνάζουν Έλληνες σ’ αυτά τα μέρη… Το μόνο που προλαβαίναμε είναι να φάμε δείπνο στην κοινή κουζίνα και να κάνουμε ένα μπάνιο. Το ξενοδοχείο ήταν σχεδόν άδειο, μόνο εμείς οι τέσσερεις και κάποιοι περαστικοί εργάτες ορυχείου χρυσού που ήρθαν και αυτοί για διανυκτέρευση, ένας από τους οποίους επέμενε να συνεχίσουμε με βότκες το υπόλοιπο βράδυ.


Δεύτερη ημέρα.

Η δεύτερη μέρα του ταξιδιού, το να ξυπνάς, να βγαίνεις στο μπαλκόνι και να βλέπεις τον ποταμό κάτω από το παράθυρό σου, ήταν σαν flash back, λες και γύρισα πίσω στον χρόνο. Το ίδιο δωμάτιο, το ίδιο μπαλκόνι, ίδια θέα, ίδιοι ήχοι και μυρωδιές της φύσης… Δεν μπόρεσα να ξυπνήσω με το ξυπνητήρι, σηκώθηκα μια ώρα τουλάχιστον νωρίτερα. Είχα χρόνο να απολαύσω την μοναξιά. Έφτιαξα καφέ και κατέβηκα στην όχθη του ποταμού.








Φεύγοντας, περάσαμε από το κέντρο του Τουροτσάκ για προμήθειες. Δεν γνωρίζαμε πως θα είναι τα πράγματα στον οικισμό Γιάιλιου. Καλού κακού πήραμε κρέατα και ευτυχώς (όπως αποδείχθηκε) αρκετά λίτρα νερό.

Σταματάμε ξανά στο ίδιο παζάρι στον οικισμό Βερχ-Μπίισκ για δεύτερο πρωινό. Και πάλι γεμιστές κρέπες με αγριοφράουλα και βατόμουρα… Ανυπομονούσα να μπω στον χωματόδρομο. Το 2017 είχαμε την ατυχία να πάθουμε λάστιχο στον 5ο χιλιόμετρο αυτού του δρόμου, κάτι που μας ανάγκασε να αλλάξουμε σχέδια, αν και ευτυχώς που το πάθαμε στην αρχή και όχι κάπου στην μέση της διαδρομής.




Μετά από 5 χιλιόμετρα ασφαλτοστρωμένου δρόμου μπαίνουμε αριστερά. Τα πρώτα 5 χιλιόμετρα επικρατεί ησυχία στο αυτοκίνητο. Ο χωματόδρομος είναι βατός, αλλά και με αρκετές επικίνδυνες λακκούβες. Όλοι περιμένουμε να περάσουμε το ψυχολογικό εμπόδιο των 5 χιλιομέτρων… Πηγαίνουμε αργά με 30-40 χλμ/ω, όπως συμφωνήσαμε, για να μην ταλαιπωρούμε τα ελαστικά, διότι μπροστά μας είναι 75 χιλιόμετρα χωματόδρομου, συν η επιστροφή. Τα πρώτα 5 χλμ είναι πίσω μας, όλα καλά, 10, 15… Φύγαμε!









Ο δρόμος μέχρι τον οικισμό Μπίικα, δηλαδή τα πρώτα 50 χλμ, είναι αρκετά καλός, περνάει μέσα από το πυκνό δάσος, μόνο δάσος γύρω σου και τίποτε άλλο. Πολύ σπάνια βλέπεις αυτοκίνητο, κάποιους ψαράδες που ψαρεύουν στο ποτάμι Τουλόι που μας συνοδεύει παράλληλα.








Μετά από 20 χλμ αρχίζουν οι πρώτες ανηφόρες. Δεν είναι άμεσα ορατές, όμως το αυτοκίνητο τις καταλαβαίνει, κατεβάζει αυτόματα ταχύτητα μόλις ζοριστεί. Και κάπου εκεί στον 25 χλμ, καταλαβαίνω ότι αρχίζει να ανεβαίνει η θερμοκρασία. Η ανηφόρα δεν βοηθάει, το ίδιο και η ζέστη που εκείνη την ημέρα ξεπερνούσε τους 30 βαθμούς, η κατηφόρα δεν φαίνεται να ξεκινάει και η βελόνα σταθερά και γρήγορα ανεβαίνει στα επικίνδυνα επίπεδα. Πριν προλάβω να βρω ένα σκιερό μέρος να σταματήσω, σκάει ο ατμός… Δεύτερη μέρα – δεύτερο πρόβλημα…ΓΑΜΩΤΟ!








Όση ώρα περιμέναμε να κρυώσει το αυτοκίνητο, το νερό του ψυγείου είχε αδειάσει σχεδόν όλο. Μετά από ένα μικρό συμβούλιο καταλήξαμε στο συμπέρασμα να συνεχίσουμε. Το χάσαμε πέρυσι – δεν θα το χάναμε και φέτος, εξάλλου δεν υπήρχε (απ’ όσο νομίζαμε) τόσο σοβαρό πρόβλημα – μόνο υπερθέρμανση. Κάποια στιγμή πέρασε και ένας ντόπιος με Lada Niva (πόσο τον ζήλευα εκείνη την ώρα), μας ενημέρωσε ότι η ανηφόρα τελειώνει μετά από 3 χλμ και μετά έχει αρκετά χιλιόμετρα κατηφόρας, όμως στον δρόμο είναι άλλα 2-3 παρόμοια περάσματα. Γεμίζουμε το ψυγείο με κρύο νερό, που ευτυχώς είχαμε καβάτζα, περίπου 3 λίτρα, βάζουμε μπρος και φεύγουμε.





Τώρα αναγκάζομαι να πηγαίνω πιο γρήγορα, η ταχύτητα σταθερά στα 70-80 χλμ/ωρα και όπου το επιτρέπει το έδαφος και παραπάνω. Τα ελαστικά, που τα φοβόμουν πιο πολύ, δείχνουν να αντέχουν και να ανταποκρίνονται πολύ καλά στις στροφές.



Στην επόμενη ανηφόρα το ίδιο πρόβλημα. Αυτή τη φορά δεν καθυστερούμε, αδειάζουμε το ψυγείο και ρίχνουμε μέσα άλλα 4 λίτρα καθαρού, αυτή τη φορά πόσιμου νερού από το σουπερμάρκετ. Πριν από 3 χιλιόμετρα είχαμε περάσει μια μικρή γέφυρα πάνω από το ποτάμι Τσούικα, όπου είναι και ένα μικρό ομώνυμο χωριό, οπότε πρόβλημα με νερό δεν είχαμε, γεμίζαμε και από το ποτάμι αν χρειαζόταν.

Ευτυχώς δεν χρειάστηκε. Σε λίγη ώρα βγήκαμε από τον δασικό δρόμο και ξαφνικά βρεθήκαμε στον οικισμό Μπίικα. Τα πρώτα 50 χιλιόμετρα είναι πίσω μας, μένουν μόνο 25. Μετά την γέφυρα πάνω από τον ποταμό Κλικ σταματάμε να ξεκουραστούμε και να κρυώσει το αυτοκίνητο. Δίπλα στον δρόμο είναι ένα κτίριο που μοιάζει με παιδικό (ίσως) σταθμό, εκεί με τεράστια γράμματα είναι γραμμένο «Όλα θα είναι ΟΚ». Πολύ αισιόδοξο μήνυμα μετά την ταλαιπωρία και άγχος με το αυτοκίνητο.








Ο οικισμός είναι περικυκλωμένος από το δάσος, ανάμεσα στα βουνά, ηρεμία απίστευτη – αν και έχει κίνηση. Φαίνεται η απομόνωση από τον πολιτισμό, κάτι που ψάχνω στα ταξίδια μου, είναι από τα μέρη που θα ήθελες να μείνεις… Πήραμε ό, τι μπουκάλια είχαμε και κατευθυνθήκαμε στο ποτάμι. Εκεί στην γέφυρα ενώνονται δύο ποταμάκια – Κλικ και Μπασλάμ. Στο δεύτερο είδαμε κάποια ντόπια παιδιά, είχαν ανάψει φωτιά και πλατσουρίζανε στα νερά. Ευτυχία!

















Μέσα σε μισή ώρα ήμασταν και πάλι στον δρόμο. Πλέον με αρκετό νερό για τυχών θέμα με το ψυγείο. Μας είπαν ότι ο δρόμος δεν έχει πολλές ανηφόρες, μόνο προς το τέλος. Περάσαμε μέσα από τους δρόμους του οικισμού και ξαναμπήκαμε στον δασικό δρόμο. Τώρα ήταν πολύ πιο στενός, σε κάποια σημεία που συναντήσαμε αυτοκίνητα από την αντίθετη κατεύθυνση, σταματήσαμε να τους αφήσουμε να περάσουν. Πλέον δεν υπήρχε ανάγκη να διατηρώ μεγάλη ταχύτητα, η θερμοκρασία είχε σταθεροποιηθεί και μόνο μερικές φορές ανέβαινε αλλά όχι δραματικά. Το ποτάμι Κλικ μας συνόδευε σε όλη τη διαδρομή, μερικές φορές περάσαμε από πάνω του. Το δάσος ήταν πραγματικά πυκνό, πιο πυκνό από πριν, σχηματιζόταν εντύπωση ότι πήρες λάθος στροφή και σε λίγο θα τελείωνε ο δρόμος κάπου στην μέση του πουθενά.










Το άγχος λόγω των προβλημάτων που αντιμετωπίσαμε νωρίτερα είχε εξαφανιστεί, απολάμβανα την φύση και τον δρόμο, αν και ο δρόμος τώρα ήταν πιο δύσκολος, με αρκετά νεροφαγώματα, πέτρες και λακκούβες. Σε μερικά σημεία ήταν φανερό ότι τις βροχερές ημέρες ο ποταμός Κλικ βγαίνει από τις όχθες του και περνάει από τον δρόμο. Σήμερα ο καιρός ήταν στεγνός και πολύ ζεστός.

Κάποια στιγμή φάνηκε και η ανηφόρα που μας είχαν προειδοποιήσει, εκεί πάτησα γκάζι και κατάφερα να διατηρήσω την θερμοκρασία σε καλό επίπεδο. Βέβαια μετά από κάθε ανηφόρα ξεκινάει η κατηφόρα την οποία πρέπει να την υπολογίσω στον δρόμο της επιστροφής. Και η κατηφόρα ήταν πολύ απότομη! Περίπου 3 χιλιόμετρα με δύσκολες, λόγω του εδάφους, στροφές.




Πριν κατηφορίσουμε επιτέλους ανάμεσα στα δέντρα φάνηκε η λίμνη που ήταν πολύ χαμηλά. Στην ουσία είχαμε φτάσει. Έμενε μόνο η κατηφόρα.









Περίπου 500 μέτρα πριν από την πύλη του οικισμού Γιάιλιου, συναντάμε την πρώτη πύλη. Εκεί μια γυναίκα, υπάλληλος του εθνικού δρυμού, πήρε τα στοιχεία μας. Μας βοήθησε να βρούμε και σπίτι να μείνουμε, ήξερε ποια σπίτια είναι ακόμα ανοίκιαστα, πήρε τηλέφωνο και κανόνισε για μας: θα μας περίμενε η ιδιοκτήτης στον δρόμο.






Στον δρόμο είναι η δεύτερη, πιο «επίσημη» πύλη, την οποία πρέπει να την ανοίγεις ο ίδιος και να την κλείνεις αφού περάσεις. Τις ίδιες πύλες είχαμε συναντήσει και στην νότια ακτή της λίμνης, στο φαράγγι του ποταμού Τσουλισμάν. Σε λίγα μέτρα φάνηκαν και τα πρώτα σπίτια. Είχαμε φτάσει! Επιτέλους, με την δεύτερη προσπάθεια ( η πρώτη ήταν το 2017) φτάσαμε στο Γιάιλιου στην λίμνη Τελέτσκογιε!



Λίγα εγκυκλοπαιδικά στοιχεία: Οικισμός Γιάιλιου βρίσκεται στην βόρεια ακτή της λίμνης Τελέτσκογιε, ιδρύθηκε επίσημα το 1812, αν και σύμφωνα με τα αρχαιολογικά δεδομένα οι άνθρωποι ζούσαν εδώ από την εποχή του ορείχαλκου. Από το 1932 το Γιάιλιου ανήκει στο εθνικό δρύμο της λίμνης Τελέτσκογιε και από το 1998 προστέθηκε στις προστατευόμενες περιοχές UNESCO. Η ονομασία του οικισμού από τα Αλταϊκά μεταφράζεται ως "καλοκαιρινό".

Περισσότερες φωτογραφίες εδώ

Στο δεύτερο σπίτι μας περίμενε η γυναίκα με την οποία είχε συνεννοηθεί προηγουμένως η υπάλληλος του δρυμού. Μας παραχώρησε την δεύτερη, πιο παλιά, οικία για να μείνουμε. Αφού ξεφορτώσαμε τα πράγματα, η Όλγα (ιδιοκτήτρια) μας εξήγησε τι και πως.






Το σπίτι είχε δύο δωμάτια, μια μεγάλη κουζίνα και σαλονο-κρεβατοκάμαρα. Η κουζίνα είχε όλες τις ανέσεις: μεγάλο ψυγείο, κουζίνα υγραερίου συν όλα τα κουζινικά. Δεν είχε ούτε νερό και ούτε αποχέτευση. Η ύδρευση, και εδώ ήταν και το πιο ευχάριστο, ήταν έξω, πίσω από τον φράχτη, ένα πεντακάθαρο και κρύο ποταμάκι. Απλά έπρεπε να γεμίσεις τον κουβά με το ποταμίσιο νερό, το οποίο έκανε και για πόσιμο και για πλύσιμο.















Η τουαλέτα, εννοείται, έξω, μια ξύλινη κατασκευή με μια τρύπα. Δίπλα ακριβώς ήταν και η «μπάνια», το μπάνιο δηλαδή + την σάουνα, εφόσον θέλεις να πλυθείς σωστά.

Όλα αυτά βρίσκονται σε ένα αρκετά μεγάλο οικόπεδο που συνορεύει με το ποτάμι, ανάμεσα στο χωράφι, ένα μικρό μπαχτσεδάκι. Η θέα …. Τέλεια! Η λίμνη, αν και μακριά, φαίνεται καθαρά μαζί με τα βουνά στην απέναντι όχθη. Κάπου ξεχωρίζουν τα επόμενα σπίτια, χωρίς να σε ενοχλούν. Απόλυτη ησυχία και γαλήνη, όμορφες μυρωδιές και δροσιά…










Το πρώτο μας μέλημα ήταν να πάμε στον διαχειριστή του εθνικού δρυμού για να εγγραφτούμε και να πληρώσουμε ένα συμβολικό αντίτιμο για την είσοδο και την διαμονή, περίπου 1 ευρώ κατ’ άτομο για 3 ημέρες. Εκεί πήραμε τις πληροφορίες όσον αφορά τις τηλεπικοινωνίες… στον οικισμό πιάνει μόνο μια τηλεφωνική εταιρεία με πολύ αργή σύνδεση στο διαδίκτυο και αυτό αν είσαι τυχερός. Εμείς ήμασταν άτυχοι, είχαμε όλοι την ίδια εταιρεία κινητής τηλεφωνίας που δεν είχε σήμα πουθενά για 30 χιλιόμετρα. Υπήρχαν δύο μαγαζάκια μίνι-μάρκετ, που λειτουργούσαν μέχρι κάποια ώρα.




Ήμασταν πλήρως αποκομμένοι από τον πολιτισμό, ούτε κινητά, ούτε ίντερνετ, ούτε ύδρευση και αποχέτευση, τίποτα! Δίπλα σε μια πανέμορφη λίμνη, βαθιά μέσα στα δάση του Αλτάι.






Ήταν ακόμα αρκετά νωρίς, ο ήλιος δεν είχε δύσει. Φτάσαμε πολύ πιο νωρίς απ’ ότι υπολογίζαμε, λόγω του ότι ήμουν αναγκασμένος να πατήσω γκάζι λίγο παραπάνω. Είχαμε αρκετή ώρα μπροστά μας και το πρώτο πράγμα που θα έπρεπε να κάνουμε είναι φυσικά να βουτήξουμε στην λίμνη. Φαγητό μπορεί να περιμένει.

Στην παραλία του οικισμού δεν βρήκαμε πολλούς ανθρώπους, αν και λόγω του ΣΚ ήταν δύσκολο να βρεις άδειο σπίτι να μείνεις και συνεπώς υπήρχαν πολλοί τουρίστες στην περιοχή. Ένα σκάφος ήταν αραγμένο στην ακτή και μερικές βάρκες ψαράδων παρκαρισμένες.

Είχε ακόμη ζέστη όταν μπήκαμε στο νερό, το οποίο ήταν παγωμένο αλλά άντεχες να κάτσεις εκεί μέσα για αρκετή ώρα. Εκείνη την ώρα πραγματικά συνειδητοποιείς που βρίσκεσαι και τι είναι μπροστά στα μάτια σου!















Το βράδυ ακολούθησε η ιεροτελεστία: μαγειρέψαμε φαγητό, ήπιαμε τα σφηνάκια μας, γιορτάζοντας το κατόρθωμα και ως γνήσιοι ταξιδιώτες μπήκαμε στην «μπάνια» για να βγάλουμε όλες τις βρωμιές από πάνω μας.

Την νύχτα, παρόλη την κούραση δεν έκλεινε το μάτι. Είχα αράξει στο υπόστεγο του σπιτιού με θέα την λίμνη και αμέτρητα αστέρια. Δεν υπήρχε φωτορρύπανση στην περιοχή, ο κοντινότερος οικισμός ήταν 30 χιλιόμετρα δυτικότερα από την λίμνη. Έβλεπες μέχρι και δορυφόρους να περνάνε στον νυχτερινό ουρανό και δεν μιλάω καν για το Milky Way που απλωνόταν σαν ένα φωτεινό σύννεφο. Δεν έκατσα πολύ ώρα, είχε κρύο σε σχέση με την ημέρα, είχα φορέσει μπουφάν, αλλά έπρεπε και να ανακτήσω δυνάμεις για την επόμενη μέρα.








Τρίτη ημέρα.

Ήταν άλλη μια ζεστή μέρα, νομίζω πιο ζεστή απ’ όλες τις προηγούμενες, και σήμερα είχαμε να κάνουμε περίπατο περίπου 7 χιλιομέτρων μέσα από τον οικισμό για να δούμε κάποια από τα γνωστά και όχι τόσο αξιοθέατα. Ευτυχώς είχε αέρα, αν και αυτός ο αέρας σήκωσε κύμα στην λίμνη και όπως μας διαβεβαίωση η Όλγα, το νερό θα γινόταν πιο κρύο για μπάνιο.

Ο άνδρας της Όλγας ο Βαλέριος, όπως μάθαμε, δουλεύει στον σταθμό παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, ο οποίος λειτουργεί με φωτοβολταϊκά και γεννήτρια ντίζελ. Θα ήταν η πρώτη μας στάση.

Πήραμε το ανηφορικό μονοπάτι σχεδόν έξω από το σπίτι. Καθώς ανεβαίναμε αποκαλυπτόταν και η θέα… Σπίτια χωμένα μέσα στο πράσινο των δέντρων, κήπων και χωραφιών, ανάμεσα σε υψώματα και η λίμνη να απλώνεται ανάμεσα στα βουνά. 











Μόλις ανεβήκαμε στον λόφο μπροστά μας φάνηκε η εκκλησία του οικισμού. Απέναντι στον υποτιθέμενο δρόμο υπάρχει ο μετεωρολογικός σταθμός που λειτουργεί εδώ από το 1913.













Λίγο πιο πέρα είδαμε και τις εγκαταστάσεις των φωτοβολταϊκών. Όπως μάθαμε, πριν από 5 χρόνια ηλεκτροδοτήθηκε κανονικά ο οικισμός, πριν από αυτό ηλεκτρικό ρεύμα δινόταν μόνο κάποιες ώρες την ημέρα. Ο Βαλέριος μας υποδέχτηκε και μας έκανε περιήγηση μέσα στον σταθμό. Τα φωτοβολταϊκά παρείχαν περίπου 60 kW/h ενέργειας και οι δύο γεννήτριες ντίζελ 80 kW/h. Αυτή η ενέργεια ήταν αρκετή για να τροφοδοτεί όλο το οικισμό όλο το εικοσιτετράωρο.






 
Δίπλα στον σταθμό ξεκινούσαν οι γνωστοί κήποι. Οι οικισμός Γιάιλιου είναι γνωστός για τους κήπους του. Λόγο της ιδιομορφίας της τοποθεσίας το κλίμα εδώ είναι πιο ζεστό από τα υπόλοιπα σημεία της Σιβηρίας. Εκμεταλλευόμενος το γεγονός αυτό, ένας γεωπόνος ο Ράτσκιν, στα μέσα της δεκαετίας 1930, δημιούργησε εδώ κήπους με μηλιές. Αργότερα στο τέλος της δεκαετίας του 1960 οι κήποι καταλάμβαναν πάνω από 70 στρέμματα. Στην περιοχή ευδοκιμούν πολλά είδη καρποφόρων δέντρων, όπως μηλιές, αχλαδιές και άλλα.














Κάναμε μια σύντομη στάση ανάμεσα στις μηλιές για λίγη δροσιά και να μαζέψουμε μερικά μήλα. Τώρα πάμε στην λίμνη.

Στο τέλος των κήπων βρήκαμε ένα πέρασμα ανάμεσα στα σπίτια, που σε οδηγεί στην ακτή. Όμως έπρεπε να κατεβούμε μια απότομη κατηφόρα μέσα στο πευκοδάσος. Εκεί στο μονοπάτι γυρνούσε σπίτι της η αγελάδα με το μοσχαράκι της.








Βρεθήκαμε στην ακτή της λίμνης, περίπου 1 χλμ από τον οικισμό. Είχε αρκετή ζέστη, παρόλο που φυσούσε αέρας ο οποίος σήκωσε κύματα και ανακάτεψε το νερό. Συναντήσαμε ένα αγοράκι περίπου 12-14 χρονών με κουβάδες νερό, μας είπε ότι μετά την στροφή υπήρχε μια πηγή με καλό πόσιμο νερό.















Γεμίσαμε τα μπουκάλια και αποφασίσαμε να πάμε παραλιακά μέχρι εκεί που κάνει στροφή η λίμνη, να βρεθούμε ακριβώς στην ευθεία προς την νότια ακτή, η οποία απέχει περίπου 70 χλμ από εδώ.

Λίγα μέτρα πιο πέρα υπάρχει το «Μεθυσμένο Πεύκο» όπως το ονομάζουν οι ντόπιοι ή «Πεύκο που σκύβει», όπως ρομαντικά την ονόμασαν οι επισκέπτες που θέλουν το πεύκο να σκύβει μπροστά στην ομορφιά του τόπου και της λίμνης. Στην ουσία είναι ακόμα ζωντανό πεύκο με τις ρίζες του να κρατιέται στην ακτή και τον κορμό να έχει πέσει μέσα στην λίμνη. Αρκετά γνωστό αξιοθέατο της περιοχής.













Το μονοπάτι δίπλα στην ακτή περνούσε μέσα από την δασική περιοχή, αν και σχεδόν παντού σε συνοδεύει δάσος, ήξερα ότι πιο μέσα και πιο πάνω στον λόφο ήταν οι κήποι, τώρα όμως μετά την στροφή δεξιά βρισκόμασταν στην σκιά. Ψάχναμε μέρος να αράξουμε και να βουτήξουμε στην λίμνη.








Αφού περάσαμε μερικά ζευγάρια που βρήκαν απομόνωση τόσο μακριά από τον οικισμό, βρήκαμε ένα σημείο κάτω από τα δέντρα, έτσι ώστε να μην ενοχλούμε κανένα και να μην μας ενοχλεί κανείς. Στο δάσος μέσα είχαμε δει αρκετά μανιτάρια και αρκετά από αυτά φαγώσιμα, στον γυρισμό θα μαζεύαμε όσα θα βρίσκαμε.









Λόγω του αέρα το νερό ήταν φανερά πιο κρύο από χτεσινή ημέρα, παρόλ’ αυτά βουτήξαμε να δροσιστούμε για λίγο.

Η θέα εδώ ήταν πραγματικά όμορφη, κάπου ίσα που διακρίνονταν τα σπίτια του Γιάιλιου, τα απέναντι καταπράσινα βουνά όπου σε ένα σημείο φαινόταν ένα μικρό καταφύγιο στο οποίο έτυχε να βρεθώ την πρώτη φορά που είχα έρθει εδώ το 2013. Και αριστερά έβλεπες την λίμνη να φεύγει προς τα νότια…



















Μερικά από τουριστικά πλοιάρια μόνο χαλούσαν την ηρεμία της απομόνωσης.



Κάποια στιγμή μέσα στο δάσος φάνηκαν 4 φιγούρες, ήταν άλογα, ελεύθερα, αλλά απ’ όσο φαινόταν ήταν πεταλωμένα. Ένα από αυτά κατευθύνθηκε στην λίμνη να πιεί νερό, τον ακολούθησαν και τα υπόλοιπα. Αφού ήπιαν νερό ξεκίνησαν να κυλιούνται μέσα στην άμμο της παραλίας, αδιαφορώντας τελείως για την παρουσία ανθρώπων. Ευτυχώς δεν ήταν αρκούδες που υπάρχουν αρκετές στην περιοχή. Το 2015, στην νότια ακτή, είχαμε συναντήσει την Μάσα, μια μικρή αρκούδα 4 μηνών, φέτος είχαμε την τύχη να συναντήσουμε άλογα.















Στον γυρισμό τελικά μαζέψαμε αρκετά μανιτάρια που θα μας έφταναν για το βραδινό τραπέζι. Οι ντόπιοι πιτσιρικάδες έπαιζαν με την βάρκα, δίπλα στο μεθυσμένο πεύκο, βουτώντας στα νερά και προφανώς αδιαφορώντας για την θερμοκρασία του.



Πριν καταλήξουμε στο σπίτι, περάσαμε από την παραλία του οικισμού, για μια τελευταία βουτιά, μιας και το επόμενο πρωί φεύγαμε. Ο καιρός ακόμα καλός, αν και φάνηκαν τα πρώτα βαριά σύννεφα που θα έφερναν βροχή.















Πίσω στο σπίτι ασχοληθήκαμε λίγο με το αυτοκίνητο και ανακαλύψαμε ένα τεράστιο πρόβλημα… Ο λόγος που είχαμε υπερθέρμανση του κινητήρα στον δρόμο προς τα εδώ ήταν η τρόμπα νερού. Ο άξονας της που γυρνούσε το βεντιλατέρ του ψυγείο και συνδεόταν με τον ιμάντα που αλλάξαμε πριν από δυο μέρες ήταν τόσο χαλαρός που μπορούσες να τον κουνήσεις πέρα δώθε. Είχαμε καταλάβει ότι κάποια στιγμή η τρόμπα νερού απλά θα κολλήσει και θα σπάσει, ήταν θέμα χρόνου, απλά δεν ξέραμε πότε θα συμβεί αυτό. Είχαμε περίπου 75 χλμ δασικού δρόμου μέχρι να βγούμε στην άσφαλτο… Είχαμε και περίπου 2 χλμ μεγάλης ανηφόρας για να βγούμε από τον οικισμό… Το θετικό ήταν ότι είχαμε επιτέλους φτάσει στο Γιάιλιου, πράγμα το οποίο σχεδιάζαμε τόσα χρόνια και είχαμε αποτύχει να το κάνουμε πέρυσι και πάλι λόγω του ίδιου αυτοκινήτου.

Το σίγουρο ήταν ότι το αυτοκίνητο έπρεπε να γυρίσει στην πρωτεύουσα Μπαρναούλ για επισκευή, δεν ήταν σε θέση να ταξιδέψει παρακάτω στο Τσούισκι Τρακτ προς το Ακτάς, όπως το σχεδιάζαμε. Αυτό μας άλλαζε τα σχέδια…ή καλύτερα να πούμε μας χαλούσε τα σχέδια. Η περίπτωση να μεταφερθούμε στο Αρτιμπάς, κεντρικός οικισμός της λίμνης, με πλοίο κόστιζε πάρα πολύ, άρα ρισκάρουμε τον χωματόδρομο…

Αυτά τα προβλήματα τα αφήσαμε για αύριο, σήμερα είχαμε να μαγειρέψουμε δείπνο να γιορτάσουμε τα γενέθλια ενός από τους 4 ταξιδιώτες.

Η Όλγα μας ετοίμασε το μέρος, ήταν ένα κιόσκι δίπλα στο πίσω φράκτη, στην ακτή του ποταμού που περνούσε δίπλα από το σπίτι – ναι εκείνο που μας τροφοδοτούσε με νερό. Όλοι είχαμε μοιραστεί στις δουλειές: άλλοι μαγείρευαν τα μανιτάρια που μαζέψαμε στον γυρισμό από την λίμνη, σαλάτες και άλλα παρελκόμενα για το κρέας που το ψήσιμο το ανέλαβα εγώ.







Λίγο πριν ανάψω την φωτιά, άρχισε η ψιχάλα που μεταμορφώθηκε σε βροχή. Ευτυχώς δεν κράτησε πολύ ώρα και όλα πήγαν βάση σχεδίου.

Είχαμε ξεχάσει τα προβλήματα που μας περίμεναν και απολαμβάναμε το πικνίκ μας στο κρυμμένο μέσα στο πράσινο κιόσκι. Έτσι τελείωνε η τελευταία μας ημέρα εδώ, στο Γιάιλιου…

















Τέταρτη ημέρα: Επιστροφή…


Σηκωθήκαμε στις 6 το πρωί, να προλάβουμε την δροσιά, για να μην έχουμε θέμα με την θερμοκρασία. Ευτυχώς ακόμα έβρεχε, όχι πολύ αλλά ιδανικά. Ο καιρός ήταν με το μέρος μας.

Γρήγορα πήραμε το πρωινό μας, φορτώσαμε το αυτοκίνητο, γεμίσαμε ό, τι μπουκάλι είχαμε με το νερό για το ψυγείο, αν και σε όλη τη διαδρομή θα μας συνοδεύουν ποτάμια, χαιρετίσαμε τους ιδιοκτήτες και ξεκινήσαμε.
















Μέχρι την μπάρα εισόδου η ανηφόρα ήταν υποφερτή, δεν μας ζόρισε και ούτε που ανέβηκε η θερμοκρασία. Μετά ο δρόμος έγινε πάρα πολύ απότομος, με κλειστές στροφές και χαλίκια, ευτυχώς το αυτοκίνητο άντεχε με την πρώτη χαμηλή καρφωμένη σε όλη την διάρκεια της ανηφόρας.

Η θέα έξω από το παράθυρο ήταν τέλεια, σηκωνόταν ομίχλη ανάμεσα στα δέντρα, παντού δάσος και βροχή, αλλά ήταν δύσκολο να το απολαμβάνει κανείς, όταν όλη η προσοχή ήταν στραμμένη στον δείκτη της θερμοκρασίας και στις συνθήκες του δρόμου.

Ανεβήκαμε την ανηφόρα σχετικά καλά, δεν υπερθερμάνθηκε τίποτα εκτός από μας που είχαμε το άγχος μη συμβεί τίποτα. Συνέχισα να οδηγάω με αρκετά μεγάλη ταχύτητα για να κρυώσω τον κινητήρα, πλέον ήμουν αρκετά χαλαρός, το δυσκολότερο κομμάτι το περάσαμε (έτσι νόμιζα). Ο δρόμος με αυτό τον καιρό ήταν σκέτη απόλαυση.















Τα 25 χιλιόμετρα πέρασαν πολύ γρήγορα, βρεθήκαμε στον οικισμό Μπίικα. Ήταν να κάνουμε στάση εκεί, αλλά είπαμε να συνεχίσουμε πιο πέρα για να μην χάνουμε χρόνο. Η βροχή επέμενε και αυτό ήταν καλό.













Μετά τον οικισμό Μπίικα ανέπτυξα κι’ άλλο την ταχύτητα, πήγαινα με 70-80 χλμ/ω, ο χωματόδρομος τώρα που έβρεχε το επέτρεπε. Θυμάμαι ότι περάσαμε τις πρώτες ανηφόρες, την γέφυρα πάνω από το ποτάμι Τσούικα και τον ομώνυμο οικισμό που βρισκόταν λίγο πιο μέσα στο δάσος.













Και ξαφνικά, κάπου στην μέση της διαδρομής, περίπου 20 χλμ πριν βγούμε στον κεντρικό ασφάλτινο δρόμο…η τρόμπα νερού τα’ φτυσε! Ξαφνικά ανάψανε όλα τα λαμπάκια στο ταμπλό, η θερμοκρασία άρχισε να ανεβαίνει και το φρένο βάρυνε, όπως και την πρώτη φορά που συνέβη με τον ιμάντα! Γαμώ την γκαντεμιά μου!

Σταματάμε στην άκρη του δρόμου, ανοίγουμε το καπό και βλέπουμε την ομορφιά. Ο ιμάντας στην θέση του αλλά ταλαιπωρημένος, να τρέχει το νερό από την τρόμπα που είχε κολλήσει για τα καλά… Φτάσαμε! Το μόνο που μας μένει είναι να περιμένουμε να κρυώσει το αυτοκίνητο, να γεμίσουμε το ψυγείο με φρέσκο κρύο νερό και να πατήσουμε γκάζι να δούμε μέχρι που θα μας βγάλει.








Ευτυχώς το σχέδιο έπιασε. Μετά από μισή ώρα αφού ρίξαμε νερό στο ψυγείο, το αμάξι πήρε μπρος. Μέχρι εδώ όλα καλά, εκτός από φρένο, που έπρεπε να το πατάς με όλη την δύναμη, τα υδραυλικά δεν δούλευαν, έκοβα ταχύτητα με τις ταχύτητες. Κάποια στιγμή τα λαμπάκια έσβησαν – η τρόμπα ξεκόλλησε για λίγο. Η χαρά δεν κράτησε για πολύ, μετά από λίγα χλμ ξανά τα ίδια.

Ευτυχώς σταματήσαμε στην ευθεία, είχαν τελειώσει οι ανηφόρες. Μας έμεναν περίπου 10 χλμ μέχρι την άσφαλτο. Είπαμε να κάτσουμε καμιά ώρα, μιας και το ψυγείο δεν κρατούσε το νερό, το έβγαζε από την κολλημένη τρόμπα… Είχα βγάλει το κινητό να δω που βρισκόμαστε και να δω μήπως μπορέσουμε να καλέσουμε την οδική βοήθεια. Δεν είχε σήμα, κανένα από τα 4 κινητά. Από την μια μου άρεσε αυτό, λες και βρεθήκαμε ξανά στην δεκαετία του 90, από την άλλη όμως εάν ήμουν μόνος δεν θα είχα πρόβλημα αλλά δεν ήμουν μόνος.

Τι κάνουμε σ’ αυτές τις περιπτώσεις; Φυσικά τις απολαμβάνουμε, και αυτό είναι μέρος της περιπέτειας! Αδιέξοδες καταστάσεις δεν υπάρχουν. Κάναμε μια βόλτα πιο πέρα στον δρόμο, μπας και πιάσει σήμα το κινητό, μέσα στην βροχή και δροσιά, με τις μυρωδιές του δάσους να σου γεμίζουν τα πνευμόνια, ευτυχώς δεν υπήρχαν αρκούδες στην περιοχή…εκείνη την ώρα… Πίσω στο αμάξι, φτιάχνω φραπέ, ανάβω τσιγάρο και απολαμβάνω την φύση – μόνο αυτό μπορούμε να κάνουμε τώρα.






Κάποιοι ανήσυχοι οδηγοί σταμάτησαν να μας προσφέρουν βοήθεια, αλλά κανένας δεν είχε συρματόσκοινο να μας τραβήξει μέχρι τον «πολιτισμό». Δεν πειράζει, περιμένουμε. Έχουμε πολύ χρόνο ακόμα μέχρι να δύσει ο ήλιος – το μοναδικό χρήσιμο ρολόι.

Μετά από μια ώρα επαναλαμβάνουμε την διαδικασία: γεμίζουμε μέχρι τέρμα το ψυγείο, αμέσως βάζουμε μπρος και τέρμα γκάζι. Ευτυχώς πριν η τρόμπα είχε ξεκολλήσει για λίγη ώρα και φορτίστηκε λίγο η μπαταρία. Τώρα όμως η τρόμπα παρέμεινε κολλημένη, κάνοντας περίεργους θορύβους… Πάλι έτρεχα για να κρυώσει ο κινητήρας, προσπαθώντας να κόβω ταχύτητα στις στροφές κατεβάζοντας τις ταχύτητες. Αυτό δεν βοηθούσε, δεν υπήρχε νερό στο ψυγείο, ο κινητήρας άρχισε να καπνίζει, όμως ακόμα δούλευε… Άλλα 6-8 χιλιόμετρα και ξανά στάση.

Πλέον ήμασταν 2 χιλιόμετρα από τον κεντρικό δρόμο. Πλέον άκουγες τον θόρυβο τον αυτοκινήτων, όμως δεν υπήρχε σήμα τηλεφώνου, πουθενά… Σε μια μικρή κατηφόρα σπρώξαμε το αμάξι κάπου 150 μέτρα. Τέρμα – άλλη μια ώρα αναμονής.

Στον κεντρικό δρόμο, σε απόσταση 5 χιλιομέτρων υπάρχει ένα μοναδικό βενζινάδικο κοντά στο παζάρι του οικισμού Βερχ-Μπίισκ, στοχεύαμε να φτάσουμε εκεί και αναζητήσουμε βοήθεια στους γύρω οικισμούς. Μετά από κάθε στάση προλαβαίναμε να κάνουμε περίπου 8 χιλιόμετρα μέχρι να υπερθερμανθεί ο κινητήρας, οπότε μας μένανε 7 χιλιόμετρα.

Η βροχή είχε σταματήσει όταν κάναμε την τελευταία προσπάθεια. Όταν το αυτοκίνητο πήρε μπρος ο ήχος της κολλημένης τρόμπας ήταν πλέον αφόρητος. Πάτησα γκάζι, όσο το επέτρεπαν οι συνθήκες. Σε λίγα λεπτά πατήσαμε την άσφαλτο. Ανακουφισμένοι πλέον οδεύαμε προς το βενζινάδικο, όμως το αμάξι είχε άλλη άποψη. Ούτε 500 μέτρα δεν έκανε και έπρεπε να το σταματήσω στην άκρη του δρόμου. Η τρόμπα πλέον είχε σπάσει τα πάντα, ρουλεμάν, πιθανόν τον άξονα, το βεντιλατέρ παραλίγο να πεταχτεί έξω, ο ιμάντας βγήκε. Τέρμα, τώρα σίγουρα τέρμα, δεν πάμε πουθενά αλλού. Ευτυχώς όμως ήμασταν στον κεντρικό δρόμο.





Ένα από τα κινητά είχε δώσει σήμα ζωής λίγη ώρα πριν σταματήσουμε, όμως τώρα με το ζόρι έπιανε μια γραμμή. Να τηλεφωνήσεις ήταν αδύνατον. Ανεβήκαμε λίγα μέτρα πιο πέρα στον δρόμο, η κατάσταση ίδια. Έπρεπε να καταστρώσουμε σχέδιο. Οι δύο νέοι να πάνε με τα πόδια μέχρι το βενζινάδικο, οι άλλοι δύο να φυλάνε το αμάξι και να ψάξουν βοήθεια μήπως κάποιος μπορεί να το ρυμουλκήσει μέχρι τον οικισμό.





Περίπατος 5 χιλιομέτρων δεν είναι το κάτι δύσκολο, θέλεις περίπου 1 ώρα με γρήγορο περπάτημα να φτάσεις στον προορισμό. Προχωρώντας κάναμε και οτοστόπ, ευτυχώς σταμάτησε ένα ζευγάρι που γυρνούσε από την λίμνη και μας πέταξαν μέχρι το βενζινάδικο.

Εκεί κατάφερα να συνδεθώ στο ίντερνετ, ευτυχώς έπιανε, έστω 3G. Με τον πρώτο άνθρωπο που μιλήσαμε, βρισκόταν στο Μπίισκ, περίπου 220 χλμ. Το σχέδιο ήταν να μεταφέρουμε το αυτοκίνητο μέχρι το Μπίισκ στο συνεργείο που είχαμε κάνει την πρώτη μας επισκευή και μετά αναλόγως ή να πάμε στο Μπαρναούλ εάν η επισκευή θα κρατούσε περισσότερο από μια ημέρα ή να μείνουμε εκεί και να δούμε τι θα κάνουμε μετά. Ο άνθρωπος μας είπε ότι θα αργούσε λίγο να ξεκινήσει αλλά θα ερχόταν. Είχαμε δώσει τηλεφωνικό ραντεβού σε 45 λεπτά για την επιβεβαίωση. Έπρεπε να παραμείνουμε στην περιοχή που πιάνουν τα κινητά, χωρίς να μπορούμε να ειδοποιήσουμε τους συνταξιδιώτες μας για τις εξελίξεις. Στο αυτοκίνητο είχαν παραμείνει οι προμήθειες του φαγητού, εμείς είχαμε μόνο νερό, η ώρα είχε πάει 2 το μεσημέρι και η πείνα ενοχλούσε.

Ευτυχώς δίπλα στο βενζινάδικο, στην διχάλα του δρόμου, υπάρχει το γνωστό παζάρι. Κατευθυνθήκαμε εκεί για τσάι και κρέπες. Μιλώντας με τους ντόπιους για το πρόβλημά μας, βρήκαμε κι’ άλλο ένα τηλέφωνο οδικής βοήθειας, όμως δεν μπορούσαν να μας εξυπηρετήσουν. Έπρεπε να περιμένουμε το τηλεφώνημα.

Όντως μετά από 45λεπτο μας πήρε ο τύπος και μας είπε ότι ξεκινάει. Του δώσαμε εξηγήσεις το που βρισκόμαστε, σε ποιο χιλιόμετρο και κλείσαμε τιμή. Το κόστος το ταξιδιού μας ανέβηκε κατακόρυφα. Αλλά αυτά έχουν οι περιπέτειες. Κανονίσαμε να τον περιμένουμε στο αυτοκίνητό μας, εκεί που δεν πιάνουν κινητά, περίπου σε 3-3,5 ώρες. Και ξεκινήσαμε να γυρίσουμε πίσω 5 χιλιόμετρα.








Αυτή τη φορά δεν σταμάτησε κανένας να μας πάει 5 χλμ. Μόνοι μας στον κεντρικό δρόμο, μέσα στο δάσος με τα πόδια…η περιπέτεια συνεχίζεται. Από την μια πλευρά ήταν κουραστικό, διότι είχαμε ταλαιπωρηθεί ήδη αρκετά από το πρωί, από την άλλη όμως μας είχε φύγει το άγχος και ήμασταν μέσα στην φύση, μακριά από τις μεγάλες πόλεις.


Στο αμάξι μας περίμεναν με ανυπομονησία. Κανένας δεν σταμάτησε να ρυμουλκήσει το αυτοκίνητο, αλλά πλέον δεν χρειαζόταν. Το μόνο που έπρεπε να κάνουμε είναι να περιμένουμε την οδική βοήθεια. Είχε περάσει ήδη μια ώρα όσο περπατούσαμε μέχρι εδώ, άρα μας έμεναν 2-2,5 ώρες ακόμα.


Μέσα σε 2 ώρες αναμονής σταμάτησαν κάτι περίεργοι τύποι, ψαράδες που μας πρόσφεραν βοήθεια και ένα κοπάδι από αγελάδες, όπου ένα μικρό μοσχαράκι περιεργάστηκε το αυτοκίνητό μας.








Η ώρα είχε πάει 7, η οδική βοήθεια αργούσε ήδη μια ώρα και αποφασίσαμε να ξαναπάμε πίσω στο βενζινάδικο, άλλα 5 χλμ., να τηλεφωνήσουμε να δούμε τι γίνεται. Ευτυχώς και πάλι μας περιμάζεψε ένας οδηγός και μας πήγε μέχρι εκεί. Ήταν ένας αρκετά νέος, κάτω των 30 ετών, ο οποίος αποφάσισε να μετακομίσει από την πρωτεύουσα Γκόρνο-Αλτάισκ και να εγκατασταθεί στον οικισμό Βερχ-Μπίισκ, όπου μόνος του έχτιζε το σπίτι του. Κάπου στη μέση της διαδρομής είδαμε την οδική βοήθεια, όμως ο οδηγός δεν κατάλαβε το σήμα που του κάναμε και δεν σταμάτησε. Θα τον περιμένουμε στο βενζινάδικο όπως συμφωνήσαμε με τους υπόλοιπους δύο.

Σε λίγη ώρα τους βλέπαμε να έρχονται. Όπως μάθαμε η συμφωνία είχε αλλάξει λίγο, το αυτοκίνητο θα πήγαινε μέχρι το Μπαρναούλ, ήταν πιο ακριβά αλλά τουλάχιστον θα έφτανε στην «πατρίδα» του. Εκεί μας ήρθε στο μυαλό και ένα άλλο σχέδιο με το οποίο συμφωνήσανε όλοι.










Εδώ στο Βερχ-Μπίισκ χωρίζανε οι δρόμοι μας. Οι μισοί θα πήγαιναν σπίτι στο Μπαρναούλ και άλλοι μισοί θα συνεχίζαμε το ταξίδι, πλέον με άλλα μέσα μέχρι το Ακτάς. Στην γέφυρα πάνω από τον ποταμό Μπίγια αποχαιρετιστήκαμε. 







Η περιπέτεια συνεχίζεται…

Pages