Ολχόν - Βαϊκάλη. Μέρος 2ο

Ξεκινήστε με το πρώτο μέρος Σιβηρία - Βαϊκάλη.

Τα ferryboat στις Πύλες του Ολχόν, αυτά που σε μεταφέρουν από την Σαχιουρτά απέναντι στο νησί, ξεκινάνε την λειτουργία τους στις 7 το πρωί. Είναι δυο, ένα μικρό και παλιό «Ντορόζνικ» αυτό που κάνει αυτή τη 15λεπτη διαδρομή δεν ξέρω πόσα χρόνια και το καινούργιο «Ολχόνσκιγιε Βορότα». 

Το βίντεο από το Ολχόν.







Η χωρητικότητα και των δύο είναι πολύ μικρή σχετικά με τα ελληνικά φέρυ που κάνουν την διαδρομή Πέραμα – Σαλαμίνα. Το ένα, το παλιό δεν πρέπει να χωράει πάνω από 8 ΙΧ, το δεύτερο, το καινούργιο, παίρνει απ’ όσα μας είπαν, γύρω στα 25 αυτοκίνητα. Προτεραιότητα έχουν τα φορτηγά και αυτοκίνητα τροφοδοσίας, οπότε εάν μπει ένα φορτηγό μειώνεται και η ποσότητα των ΙΧ. Το περίεργο σε όλη την υπόθεση είναι ότι και τα δυο φέρυ είναι εντελώς δωρεάν.
Ήταν 7 το πρωί, ο ήλιος ήταν ήδη πολύ ψηλά και το πρώτο φέρυ «Ντορόζνικ» είχε φτάσει στην προβλήτα. Εμείς ήμασταν 6οι στην σειρά. Από τις 4 το πρωί που είχαμε φτάσει έως τις 7 η ουρά μεγάλωσε σημαντικά, πίσω μας ήταν καμιά 30 αυτοκίνητα. Αρκετοί ήταν ντόπιοι από το Ιρκούτσκ, υπήρχαν όμως αυτοκίνητα και από Μόσχα και άλλες περιοχές. Στην πλειοψηφία τους ήταν όλοι νέοι, προφανώς φοιτητές ή τα παιδιά φραγκάτων γονέων…




Στο πρώτο φέρυ τελικά δεν καταφέραμε να μπούμε, μιας και όπως ανέφερα προηγουμένως, σφηνώθηκε ένα φορτηγό τροφοδοσίας. Στριμωχτήκαμε στο δεύτερο, δεν πειράζει, δεν έχουμε να χάσουμε τίποτα.


Πλέον ήμουν πάνω από 24 ώρες άυπνος, με μόνο 3 περίπου ώρες ξεκούρασης από οδήγηση, αλλά ακόμα είχα την υπερένταση της συνέχειας του ταξιδιού. Ήμασταν πλέον στην Βαϊκάλη, κάπου ανάμεσα στην Σαχιουρτά και το Ολχόν. Βλέπαμε τα πρώτα αυτοκίνητα να πηγαίνουν προς το Χουζίρ και συνειδητοποιούσαμε ότι μας περιμένει και πάλι χωματόδρομος, γεγονός που δεν μας πτοούσε, είχαμε διανύσει πάνω από 2.200 χιλιόμετρα μέσα στην Σιβηρία και μας έμεναν μόνο κάτι 35 έως τον προορισμό. Η θέα της λίμνης ήταν φανταστική, θύμιζε λίγο τα Ελληνικά νησιά – ξερό τοπίο και θάλασσα, μόνο που αυτή η Μικρά Θάλασσα (το βόρειο κομμάτια της λίμνης ανάμεσα στο νησί και την ηπειρωτική χώρα) αποτελείται από καθαρό πόσιμο νερό.



Φτάνοντας στην ακτή, ανυπομονούσα να ξαναπιάσω το τιμόνι. Επιτέλους ήμασταν σε νησί και ανεβαίναμε τον χωματόδρομο προς το βόρειο – κεντρικό κομμάτι του Ολχόν στον οικισμό Χουζίρ.
Στο Ολχόν δεν υπάρχει ούτε ένα μέτρο ασφαλτοστρωμένου δρόμου. Ο κεντρικός χωματόδρομος είναι σχετικά καλός αλλά όχι για το δικό μας αυτοκίνητο και προφανώς και για πολλά άλλα ΙΧ αντίστοιχης κατηγορίας. Θα το ευχαριστηθείς πάρα πολύ με τζιπ ή ακόμα καλύτερα με μηχανή. Μετά από 10 περίπου χιλιόμετρα ο δρόμος γίνεται ανυπόφορος για οδήγηση ακόμα και για 20 χμ/ω. Ανεβαίνοντας τον λόφο, βλέπεις αντίστοιχη εικόνα που είχαμε συναντήσει το βράδυ, λίγο πριν από την Σαχιουρτά, ο δρόμος διχαλώνει και ξαναδιχαλώνει σε πολλά σημεία, μπορείς να πάρεις οποιονδήποτε που σ’αρέσει. Έτσι κάναμε και εμείς, επιλέξαμε έναν πιο μαλακό, μέσα από την άμμο. Ευτυχώς δεν κολλήσαμε πουθενά ή δεν σπάσαμε κανένα κάρτερ…





Ο δρόμος περνάει από το βόρειο κομμάτι και βλέπει την Μικρά Θάλασσα. Κάποια στιγμή άλλαξα θέση για να μπορώ να φωτογραφίζω το τοπίο, το οποίο ήταν πραγματικά πανέμορφο. Αρκετοί κολπίσκοι ιδανικοί για κατασκήνωση, ήταν ήδη «κατοικημένοι» από διάφορους κατασκηνωτές λίγο πιο πάνω από τις όμορφες προφανώς αμμώδης παραλίες, με θέα την χαμηλή ομίχλη στην απέναντι όχθη και καταγάλανη λίμνη. 





Το τοπίο θυμίζει στέπα, χαμηλή βλάστηση, χωρίς σχεδόν καθόλου δέντρα, χώμα και άμμος σε μερικά σημεία. Πάνω πετάνε τα γεράκια που κυνηγάνε τα «Σούσλικ» ένα είδος σκίουρου, τα οποία πετάγονται από το πουθενά και τρυπώνουν στις τρύπες. Ένας τέτοιος είχε την ευγένεια να μου ποζάρει λίγο.


Μετά από αρκετή ώρα enduro με αυτοκίνητο, φτάνουμε στο Χουζίρ. Η εικόνα του οικισμού περίεργη, λες και είναι από κάποια ταινία, δεν θυμίζει όμως τίποτα. Κεντρικός δρόμος τεράστιος χωματόδρομος, το πολύ διώροφες κατοικίες, μαγαζάκια, ταβέρνες, καφετέριες, κόσμος να παντού αλλά όχι υπερβολικά, αυτοκίνητα πηγαίνουν όπου θέλουν και όπως θέλουν…όμως…ηρεμία.
Φτάσαμε… Τώρα πραγματικά φτάσαμε. Το ταξίδι τελείωσε και ήμασταν στον 1ο μας προορισμό.

Περισσότερες φωτογραφίες από το Χουζίρ και γύρω περιοχές εδώ


Το πρώτο μέλημα μετά το τέλος αυτού του διήμερου ταξιδιού ήταν να φάμε κάτι πρώτα και μετά να ψάξουμε για ξενοδοχείο. Η ώρα δεν είχε πάει 12 ακόμα, οι ταβέρνες και εστιατόρια ήδη δούλευαν κανονικά. Είχε ζέστη και ταυτόχρονα έναν αρκετά δροσερό αέρα, όμως προτιμήσαμε να φάμε έξω. Ντόπια κουζίνα, φαγητό πολύ νόστιμο ή έτσι μας φαινόταν λόγω της κούρασης και ζαλάδας λόγω αϋπνίας, από δύο «πόζα» (κάτι σαν τεράστιο τορτελίνι) ο καθένας, συν τεράστιο μπούτι κοτόπουλο και ήμασταν έτοιμη να παραδοθούμε στον Μορφέα…
Είμαι εγώ περίεργος, αλλά έτυχε και η παρέα να είναι ίδια, ποτέ δεν κλείνουμε ξενοδοχείο, λειτουργούμε με το «Πάμε και βλέπουμε» (πάντα πιάνει). Μετά από μικρή προσπάθεια και λίγο παζάρεμα με την ιδιοκτήτρια βρήκαμε ένα φθηνό και καλό μέρος. Στην ουσία το μόνο που με νοιάζει είναι κάπου να περάσω το βράδυ και να πλυθώ, πολυτέλειες δεν ζητάω και δεν με απασχολούν. Θα ήμουν ευχαριστημένος και μέσα σε μια σκηνή. Σήμερα όμως ήταν ένα ξεχωριστό σπιτάκι με 4 κρεβάτια, ωραίο μπαλκόνι και άνετο παρκινγκ, ντουζιέρα επί πληρωμή (ξεχωριστά από την τιμή του δωματίου) και τουαλέτες (τούρκικου τύπου) έξω γύρω στα 30 μέτρα.






Έπεσα (ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ) για ύπνο, χωρίς καν να βγάλω τα ρούχα μου. Ούτε ήλιος, ούτε φασαρία δεν με πείραζαν. Κοιμήθηκα σαν νεκρός.
Δεν θυμάμαι αν ξύπνησα μόνος μου ή με ξύπνησαν, αλλά 4 ώρες ύπνου μου φάνηκαν αρκετές. Είχα αποκτήσει τις δυνάμεις μου. Ήταν ακόμα ίδια ημέρα που φτάσαμε, φαινόταν όμως λες και πέρασε μια νύχτα. Χωρίς να χάνουμε τον χρόνο μας, κανονίσαμε μια βόλτα με το σκάφος έως το νησί των πουλιών και βγήκαμε περίπατο στον γκρεμό που ήταν 100 μέτρα από την πύλη του ξενοδοχείου.






Δίπλα ακριβώς στο Χουζίρ, βρίσκεται το ακρωτήρι Μπουρχάν με πανέμορφη παραλία και δύο τεράστια βράχια που φέρουν την ονομασία βουνό Σαμάνκα. Θεωρείται ιερό σημείο των ντόπιων σαμάνων και βουδιστών. Κάπου εκεί υπάρχει και μια σπηλιά, στην οποία απαγορεύουν την προσέγγιση για να μην ξεσηκωθούν τα πνεύματα. 

Στο γκρεμό, πάνω από την Βαϊκάλη η θέα είναι….δεν μπορώ να βρω την λέξη να περιγράψω το συναίσθημα… Είναι ένας συνδυασμός συναισθημάτων. Από την μια η έκσταση της ανακάλυψης και εξερεύνησης ενός νέου πανέμορφου μέρους, από την άλλη το γεγονός ότι βρίσκεσαι στην Βαϊκάλη, σε μια από τις αρχαιότερες λίμνες του κόσμου, η ομορφιά του τοπίου από μόνη της…νιώθεις λες και θα πετάξεις τώρα και να θες να τα χορτάσεις όλα αυτά…





Το απόγευμα κατεβήκαμε στην προβλήτα του Χουζίρ για να πάμε την βόλτα με σκάφος μέχρι το νησί των πουλιών. Τρία ή τέσσερα μικρά παλιά πλοία χρησιμοποιούνται στις εκδρομές αυτές. Σε κάθε πλοίο υπάρχει και ξεναγός. Στο δικό μας έτυχε μια νέα όμορφη κοπέλα που είχε πρόβλημα με την προφορά του «ρ», ήταν όμως σκέτη απόλαυση να την ακούς να σου περιγράφει τις παραλίες και τα μικρά νησάκια που περνάγαμε πλέοντας προς τα βόρειο-ανατολικά, μας διηγήθηκε και κάποια ιστορικά στοιχεία σχετικά με την Βαϊκάλη, την Μικρά Θάλασσα, τα σπάνια ήδη ζώων και πουλιών που υπάρχουν στην περιοχή.

Περισσότερες φωτογραφίες από τα ταξίδια στην Μικρά Θάλασσα εδώ.
Η Βαϊκάλη φιλοξενεί ένα σπάνιο είδος φώκιας - Νέρπα, όπου τα μικρά τους είναι λευκού χρώματος. Μας είπαν ότι εάν ήμαστε τυχεροί μπορεί και να πετύχουμε καμία κοντά στους βράχους. Όμως δεν έτυχε. Πέτυχα όμως έναν κορμοράνο, Μπακλάν, όπως τους ονομάζουν στα ρώσικα, να πετάει προς το νησί παράλληλα με το πλοίο.








Σε λίγη ώρα ήμασταν στο Γιεντόρ – το νησί των πουλιών. Αμέτρητοι γλάροι πλησίασαν τα πλοία, γνωρίζοντας ότι θα αρχίσει το καθιερωμένο φαγοπότι τους. Η κοπέλα ξεναγός μοίρασε ψωμί στους επιβάτες και όλοι άρχισαν να ταΐζουν τα πουλιά.




Στο νησί είδαμε πάρα πολλούς κορμοράνους. Εκεί έχουν στήσει τις φωλιές τους και τις προστάτευαν από τους γλάρους που περιμένουν την ευκαιρία να αρπάξουν κανένα αυγό.
 

Ο ήλιος άρχισε να δύει όταν επιστρέφαμε πίσω. Τα χρώματα άλλαξαν. Οι γλάροι ακόμα κυνηγούσαν τα πλοία για μερικές εκατοντάδες μέτρα, σύντομα όμως τα παράτησαν.





Τώρα πλέον κουρασμένοι επιστρέφαμε πίσω στο δωμάτιο. Πρώτα όμως να περάσουμε από την καφέσκα - καντίνα που βρισκόταν 100 μέτρα από το ξενοδοχείο, στην άκρη του οικισμού, για να αγοράσουμε όμουλ (το ψάρι της Βαϊκάλης) και μπύρες. Ο τέλειος συνδυασμός για να τελειώσει αυτή η δύσκολη μέρα.



Η Βαλεντίνα, ιδιοκτήτρια της καντίνας, η ίδια έφτιαχνε τα καπνιστά και λιαστά ψάρια στο σπίτι της και τα πουλούσε φρέσκα εκεί. Μόλις είχε βγάλει μια παρτίδα και φυσικά πήραμε 5 ολόφρεσκα καπνιστά όμουλ και μπύρες. Ομολογώ ότι ήταν τα πιο νόστιμα απ’ όσα είχα φάει πέρυσι και φέτος. Το μαγαζάκι από μόνο του δεν έλεγε και πολλά, απλή κατασκευή, μερικά τραπέζια μέσα, ψησταριά έξω και περίεργη διακόσμηση (έστω αυτή η λίγη που υπήρχε). Το κοριτσάκι, η κόρη της, έπαιζε με τον σκύλο δίπλα, ο οποίος άντεχε όλα αυτά που του έκανε. Ευτυχισμένοι άνθρωποι…

Την επόμενη κανονίστηκε μια πιο μεγάλη εκδρομή. Πάλι με πλοίο αλλά αυτή τη φορά είχαμε να διανύσουμε αρκετά χιλιόμετρα και να επισκεφτούμε δύο σημεία. Το πρωί ήμασταν πάλι στο πλοίο με την ίδια κοπέλα ξεναγό, πλέαμε προς τα δυτικά, προς την Σαχιουρτά. Σήμερα είχε αρκετό κύμα όμως το μικρό καράβι άντεχε.




Η πρώτη στάση ήταν το νησί Ογκόι. Ένα μακρόστενο νησί, σε απόσταση περίπου μιάμισης ώρας από το Χουζίρ. Όπως και άλλα σημεία, έτσι και το Ογκόι ήταν ιερός προορισμός. Στην κορυφή του πριν από μερικά χρόνια είχε χτιστεί μια Στούπα – ένα βουδιστικό ιερό μνημείο.

Το πλοίο προσάραξε σε μια παραλία που νομίζω πως ήταν το μοναδικό προσβάσιμο σημείο και με τα πόδια ανεβήκαμε πάνω στην κορυφή.

Υπήρχε πολύς κόσμος, δυστυχώς…αρκετοί ήταν αυτοί που ήρθαν να τελετουργήσουν, έπρεπε να κάνεις 3-7-21 γύρους σε ειδικά διαμορφωμένο πέτρινο διάδρομο γύρω από την Στούπα με τις παλάμες να δείχνουν προς τα πάνω και να είσαι και ξυπόλητος.




Πνευματικότητα δεν είναι το δικό μου στοιχείο, οπότε απέφυγα να κάνω οτιδήποτε. Περιορίστηκα στο να βγάλω μερικές φωτογραφίες από την κορυφή του νησιού. Οι άνθρωποι είναι περίεργα όντα, έχουν γεμίσει όλα τα σημεία με τις πέτρες τοποθετημένες η μία πάνω στην άλλη, σε κάποια άλλα σημεία έχουν πετάξει νομίσματα, όπως μου το εξήγησαν είναι για καλή τύχη και για να ξαναγυρίσουν εδώ.







Είχε μεσημεριάσει όταν επιστρέφαμε στα πλοία. Τώρα πηγαίναμε στην απέναντι όχθη, στην ηπειρωτική χώρα, ακριβώς απέναντι από το Χουζίρ. Πλέον τα κύματα ήταν πιο άγρια, είχε αέρα και δεν καταλάβαινες την ζέστη, κατάλαβα όμως ότι είχα καεί στα χέρια και πρόσωπο. Το σιβηρικό μαύρισμα, όπως το αποκαλούν εκεί.






Μας σέρβιραν ψαρόσουπα και τσάι. Ήταν ή η πείνα ή πραγματικά ήταν όλα νόστιμα, το χρειαζόμουν όμως, όπως αποδείχτηκε μετά.




Φτάνοντας στην παραλία, βλέπεις μια μικρή υπαίθρια ταβέρνα και στα δεξιά μια μικρή λίμνη που συνορεύει με την Βαϊκάλη με μια στενή γραμμή. Μας είπαν ότι εκεί μπορούμε άνετα να κάνουμε μπάνιο, το νερό εκεί είναι πολύ πιο ζεστό. Ναι η Βαϊκάλη είναι αρκετά κρύα λίμνη, ακόμα και το καλοκαίρι, μόνο στα ρηχά της σημεία το νερό προλαβαίνει να ζεσταθεί.




Πρώτα όμως είχαμε να κάνουμε μερικά χιλιόμετρα μέσα προς το βουνό σε μια πηγή. Η φύση εδώ ήταν τελείως διαφορετική. Το Χουζίρ, με το κλίμα της στέπας και χαμηλής βλάστησης ήταν μόλις μερικά χιλιόμετρα πιο νότια, εδώ ήμασταν μέσα στο δάσος από πεύκα και άλλα δέντρα. Τουλάχιστον καταφέραμε να κρυφτούμε από τον ήλιο που μας είχε κάψει, η ζέστη όμως ήταν αρκετή, πάνω από 30 βαθμούς.

Στην πηγή, όπως και στο Ογκόι στην Στούπα, πηγαίνει πολύς κόσμος. Και πάλι εδώ υπάρχουν διάφορες ιστορίες για το νερό και τις μαγικές ιατρικές του ιδιότητες, κάτι που μαζεύει πολλούς που πιστεύουν σε τέτοιες προκαταλήψεις. Το νερό της πηγής, ρέει μέσα από ένα πεσμένο δέντρο και διχαλώνει. Από τα αριστερά είναι αποκλειστικά για άνδρες, για δύναμη, σεξουαλική υγεία και άλλα παρόμοια. Από τα δεξιά είναι για τις γυναίκες, για γονιμότητα, υγεία και άλλα. Μπορεί να κάνω και λάθος τώρα, δεν συγκράτησα ακριβώς το ποια πλευρά αντιστοιχεί σε ποιο φύλο. Πάντως ήπια και γέμισα το μπουκάλι και από τις δύο, κάποιες περίεργες παρενέργειες δεν είχα ;)

Κουρασμένοι αλλά και με προμήθεια νερού κατηφορίζαμε κάτω προς την παραλία. Μπροστά μας ήταν το Ολχόν, υπέροχο θέαμα…







Στην ταβέρνα είχαμε ακόμη λίγο χρόνο για να φάμε τις περίφημες «πόζες», για την βουτιά στην μικρή ζεστή λίμνη όμως όχι. Κάναμε μια σύντομη βόλτα προς τα κει, χαζεύοντας τα άλογα, βουτήξαμε τα πόδια μας στην Βαϊκάλη και επιστρέψαμε στο πλοίο.

Στην επιστροφή περάσαμε από ένα άλλο μικρό νησάκι – βραχονησίδα, γεμάτο με φωλιές των κορμοράνων, ταΐσαμε τους γλάρους, οι οποίοι είναι σίγουρο ότι έχουν μάθει το πρόγραμμα των πλοίων και μαζεύονται εκεί για να ζητιανέψουν. Είχε αρκετό κύμα από τα αριστερά και η θερμοκρασία έπεφτε απότομα λόγω του δυνατού αέρα.




Στο Χουρίζ είχαμε ακόμη αρκετό χρόνο μέχρι το βράδυ. Κάναμε μια βόλτα στον κεντρικό δρόμο, κανονίσαμε την επόμενη εκδρομή σε ένα από τα πρακτορεία και στον γυρισμό περάσαμε από την μικρή «καφέσκα» - καντίνα της Βαλεντίνας για να πάρουμε το φρέσκο καπνιστό όμουλ.
Μετά το βραδινό φαγοπότι, από σουβλάκια, καπνιστά ψάρια και μπύρες, ξεκούραστος πλέον, δεν μπορούσα να κοιμηθώ. Είχα αράξει έξω στο μπαλκονάκι του δωματίου, απολαμβάνοντας τον δροσερό αέρα, την ηρεμία και την θέα…


Τελευταία μέρα στο νησί και τελευταία εκδρομή… Σήμερα θα πηγαίναμε με τζιπ προς τα βόρειο-ανατολικά στα ακρωτήρια και κόλπους, προς το τέλος του νησιού στο ακρωτήρι Χομπόι. Η πρόσβαση σε πολλά σημεία μπορεί να γίνει μόνο με τζιπ ή μηχανή, λόγω της ιδιομορφίας του εδάφους και των δρόμων. Το καταλάβαμε σχεδόν αμέσως μόλις βγήκαμε από το Χουζίρ.
Ξαφνικά βρίσκεσαι να ανεβοκατεβαίνεις τεράστιους λόφους. Από τα αριστερά σου η λίμνη, πιο συγκεκριμένα η Μικρά Θάλασσα. Το τοπίο θυμίζει λίγο τον δρόμο από την Σαχιουρτά προς Χουζίρ, χαμηλή βλάστηση – κάτι σαν ατελείωτες στέπες του Καζακστάν – συναντιούνται διάφορα σχεδόν παρατημένα αγροκτήματα, φάρμες.

Περισσότερες φωτογραφίες θα βρείτε εδώ.
Το αυτοκίνητο περνάει κάτι κλειστούς φράχτες, μάλλον μπαίναμε σε κάποια ιδιωτική περιοχή. Μετά από λίγη ώρα φτάσαμε σε μια όμορφη παραλία με πευκόδασος, όπου είχαν κατασκηνώσει κάποιοι ταξιδευτές. Ο σκοπός ήταν να τους πάμε (ο οδηγός δηλαδή) προμήθειες φαγητού.

Μετά από αυτή τη παράκαμψη, η πρώτη στάση ήταν σε ένα ύψωμα, απέναντι από το νησί των πουλιών που είχαμε πάει την πρώτη μέρα. Ο οδηγός, ο οποίος εκτελούσε και τα χρέη του ξεναγού, ντόπιος κάτοικος με μογγολικά χαρακτηρίστηκα προσώπου, προφανώς Μπουριάτης, βαριεστημένα μας εξηγεί πολύ λίγα πράγματα. Κάποιοι συνταξιδιώτες απογοητεύονται από την ξενάγηση και τον ξεναγώ, εγώ δεν δίνω και μεγάλη σημασία, για μένα η θέα γύρω είναι υπεραρκετή.




Λίγα χιλιόμετρα αργότερα μπαίνουμε στον εθνικό δρυμό, μέσω ενός φυλακίου όπου πρέπει να πληρώσεις ένα συμβολικό ποσό για να σε αφήσουν να περάσεις. Δεν είδαμε κανέναν. Ήμασταν πλέον μέσα στο πευκοδάσος. Ο δρόμος χειροτέρεψε, πάρα πολλά νεροφαγώματα, ρίζες των δέντρων να εξέχουν στον δρόμο, αύλακες από τους τροχούς των τζιπ, ευτυχώς δεν έβρεχε γιατί σίγουρα θα είχαμε κολλήσει και ευτυχώς είχαμε και έμπειρο οδηγό, ο οποίος επέλεγε τα περάσματα πολύ καλά.

Ο δασικός χωματόδρομος έγινε δρόμος από άμμο. Μετά από λίγη ώρα βγήκαμε από το δάσος και κατευθυνόμασταν προς την παραλία. Ήταν η δεύτερη στάση στον κόλπο Οντομίν, στην παραλία Πεστσάνι, που σημαίνει Αμμώδης. Εκεί βρισκόταν κάποτε εργοστάσιο αλιείας και λίγο πιο πέρα φυλακές γκουλάγκ.

Το τοπίο δεν μοιάζει με τίποτα απ’ όσα έχω δει μέχρι σήμερα. Τεράστια αμμώδης παραλία, με μία σχεδόν κατεστραμμένη από τον χρόνο και την αχρηστία προβλήτα του παλιού εργοστασίου, μερικά σπίτια του οικισμού και πιο πέρα πεύκα, όλα μέσα στην άμμο.










Για κακή μας τύχη, μετά από λίγη ώρα μας πρόλαβαν και τα υπόλοιπα τζιπ και η παραλία γέμισε από κόσμο. Δυστυχώς όλες οι στάσεις που κάναμε, με εξαίρεση στο Χομπόι, ήταν 15-20 λεπτών. Ήθελα να αράξω στην παραλία, να κάνω καμιά βουτιά στα πεντακάθαρα νερά της Βαϊκάλης, αλλά… Άλλη φορά, με το δικό μου μεταφορικό μέσον, μηχανή κατά προτίμηση, θα σταματάω για όση ώρα θέλω και όπου θέλω.


Επόμενη στάση – ακρωτήρι Σαγκάν – Χουσούν, το οποίο το βλέπαμε από τον κόλπο Οντονίμ. Οι ντόπιοι το ονομάζουν Τα Τρία Αδέρφια. Από μακριά βλέπεις τρεις βράχους να κατεβαίνουν προς την λίμνη.
Όμορφο σημείο, νομίζω χωρίς πρόσβαση στην λίμνη, με βράχους να κρέμονται σχεδόν πάνω από το νερό. Από κει βλέπεις και την άκρη, το βορειότερο σημείο του Ολχόν, το ακρωτήρι Χομπόι και στον επόμενο κολπίσκο ένα βουνό που, όπως ισχυρίζονται οι ντόπιοι, μοιάζει με το πρόσωπο της φώκιας, της Νέρπας, την οποία μέχρι τώρα τελικά δεν κατάφερα να δω.






Ξανά στον δρόμο και μετά από μερικά λεπτά βρισκόμαστε στο ακρωτήρι Χομπόι. Εκεί έχουμε 1,5 ώρα για εξερεύνηση, μοιάζει να είναι αρκετή, αλλά δεν είναι. Τα αυτοκίνητα παρκάρουν σε ειδικά προορισμένο γι’ αυτά χώρο, δίπλα σε κάτι κιόσκια, όπου ο οδηγός μας λέει να τον βρούμε εκεί για να φάμε.



Το Χομπόι (πήρε την ονομασία του από την μπουριάτικη λέξη "κυνόδοντας") είναι ένα μακρόστενο ακρωτήρι, εκεί στην ουσία τελειώνει το νησί. Βλέπεις και την Μικρά Θάλασσα με τις απέναντι οροσειρές της ηπειρωτικής χώρας από τα αριστερά και την Βαϊκάλη από τα δεξιά και μπροστά να απλώνεται για άλλα περίπου 300 χιλιόμετρα. 
Η θέα είναι μαγευτική, δεν μπορείς να την περιγράψεις με λόγια, μόνο να το νιώσεις… Μέσω μονοπατιού πρώτα περνάμε από την νότια πλευρά του νησιού, δίπλα στον γκρεμό πολλών δεκάδων (πρέπει να είναι πάνω από 100 μέτρα) μέτρων πάνω από την λίμνη. Η αίσθηση, τουλάχιστον για μένα, είναι λες και βρίσκεσαι σε κάποια εποχή εκατομμυρίων ετών πριν, στην εποχή που υπάρχουν δεινόσαυροι. Η φύση, όλο το τοπίο, οι παραλίες κάτω στον γκρεμό, είναι ανέγγιχτες και άγριες. Οι φωτογραφίες δεν μπορούν να αποτυπώσουν την ομορφιά και την ταυτόχρονη αγριάδα.











Έχεις την εντύπωση ότι βρίσκεσαι σε ένα τεράστιο πλοίο, στην πλώρη του, και πλέεις προς τα βόρειο-ανατολικά. Η λίμνη γαλάζια και ατελείωτη, ήρεμη με αυτό το καιρό… κάτω οι κορμοράνοι και γλάροι, κάπου κρύβονται και οι νέρπες. Μαγεία…
Και εδώ συναντάς τις ίδιες κατασκευές από πέτρες όπου οι άνθρωποι αφήνουν τα νομίσματα και κομμάτια υφασμάτων πάνω στα δέντρα, με σκοπό να επιστρέψουν κάποτε.




Επιστρέφοντας πίσω, στα κιόσκια βλέπεις καπνό από τις φωτιές που έχουν ανάψει οι οδηγοί-ξεναγοί και επιπλέον και μάγειρες. Πλησιάζοντας η μυρωδιά της ψαρόσουπας σε χτυπάει στην μύτη, πεινάς ακόμα χειρότερα. Το δικό μας τραπέζι είναι μέσα στην σκιά των δέντρων, ευτυχώς. Εδώ επιτέλους μιλάμε με τον οδηγό, ο οποίο είναι τελικά ψαράς και η ψαρόσουπα που έφτιαξε είναι από τα δικά του ψάρια. Όλη η διαδικασία μου θύμισε τις εκδρομές που έκανα πιτσιρικάς στα βουνά και ποτάμια του Καζακστάν. Απλά μαγειρικά σκεύη, μοιάζουν βρώμικα, αλλά απλά είναι πολυχρησιμοποιημένα. Το φαγητό τέλειο με την μυρωδιά του καμένου ξύλου. Το ίδιο και το τσάι, από τα χόρτα του νησιού. Βαρύναμε και ήμασταν κουρασμένοι, αλλά τουλάχιστον άξιζε.


Τώρα κατευθυνόμασταν προς την νότια πλευρά του νησιού, στο ακρωτήρι της Αγάπης ή Σουντέ-Λέβι. Εδώ το βουνό μοιάζει με καρδιά, όπως λένε, εάν το κοιτάς μέσα από την λίμνη ή με φτερά εάν το κοιτάς από την στεριά. Το τοπίο μου θύμιζε τα Ελληνικά νησιά, έστω έως ένα βαθμό στην μορφολογία των πετρωμάτων. Και πάλι γκρεμός πάνω από την λίμνη, ακριβώς πάνω από το νερό, αρκετά ψηλά. Νομίζω από’ δω βλέπεις και το ψηλότερο βουνό του νησιού, οπού το βάθος της λίμνης σε εκείνο το σημείο φτάνει τα 1.600 μέτρων.







Η τελευταία στάση ήταν σε ένα πανέμορφο μικρό κολπίσκο Ουζούρι, όπου υπάρχει ένας μετεωρολογικός σταθμός μέσα σε ένα μικρό οικισμό. Βρίσκεται ανάμεσα σε δύο βουνά, μέσα στο πράσινο, η παραλία με τεράστιες κοτρώνες αλλά είναι εύκολο να μπεις μέσα. Το νερό δεν είναι και τόσο κρύο, τουλάχιστον κατάφερα να βγάλω τα αθλητικά μου και να μπω μέχρι το γόνατο μέσα στην λίμνη να πλυθώ και να δροσιστώ. Δυστυχώς μου είχε τελειώσει η μπαταρία της φωτογραφικής μηχανής… Και δυστυχώς από δω και πέρα ήταν ο δρόμος του γυρισμού. Εδώ όμως πραγματικά, στήσε την σκηνή σου και ζήσε όσο θες. Νερό πόσιμο στην λίμνη, τα ψάρια και αυτά εκεί…δεν θα πεινάσεις και δεν θα διψάσεις ποτέ εάν έχεις μυαλό και θέληση.








Στην επιστροφή περάσαμε δίπλα από το δάσος, το οποίο καλύπτει σχεδόν όλο το νότιο-κεντρικό κομμάτι του νησιού. Δεν γνωρίζω εάν υπάρχουν άλλοι δρόμοι μέσα από’ κει, εμείς όμως κάποια στιγμή συναντήσαμε τον δρόμο απ’ όπου ήρθαμε, που είναι ο μοναδικός δρόμος προς τα βόρειο-ανατολικά.
Στο Χουζίρ φτάσαμε κατά της 7 το απόγευμα. Ήταν η πιο γεμάτη και όμορφη μέρα. Αύριο επιστρέφαμε πίσω στην Σαχιουρτά και από’ κει πάλι μέσω του Ιρκούτσκ στο νότιο σημείο της Βαϊκάλης. Η σημερινή ημέρα όμως δεν είχε τελειώσει, αποφασίσαμε να φάμε έξω σε ένα από τα εστιατόρια που βρίσκονται στον κεντρικό χωματόδρομο του οικισμού. Εκεί στο μπαλκόνι του εστιατορίου, έβλεπες να μαζεύονται τα σύννεφα. Ερχόταν η βροχή…



Το βράδυ η θερμοκρασία είχε πέσει σημαντικά κάτω. Ξεκίνησε η βροχή, αλλά πρόλαβα να βγάλω μερικές ακόμα φωτογραφίες νυχτερινού τοπίου του Χουζίρ. Προσπάθησα να κοιμηθώ νωρίς, διότι είχαμε να διανύσουμε αύριο αρκετά χιλιόμετρα. Με τους ήχους των κεραυνών και της βροχής πάνω στην σκεπή του δωματίου δεν ήταν δύσκολο.
Η επόμενη μέρα της επιστροφής μας χάρισε πραγματικά τον καλύτερο καιρό. Αφήνοντας το Χουζίρ, έβλεπες βαριά σύννεφα σε όλη την διαδρομή. Όλα ήταν καθαρά και ο δρόμος, ποτισμένος από την νυχτερινή βροχή, ήταν αυτή τη φορά μαλακός για την οδήγηση. Η θέα από το παράθυρο απλά απίστευτα όμορφη. Ενώ κάναμε ακριβώς την ίδια διαδρομή, όλα φαινόντουσαν σαν να τα βλέπαμε για πρώτη φορά. Δεν βιαζόμασταν και κάναμε μερικές στάσεις πριν φτάσουμε στην Σαχιουρτά.







Εκεί στο λιμάνι, ευτυχώς δεν είχαν μαζευτεί αρκετά αυτοκίνητα, αλλά η αναμονή ήταν μεγάλη κάτι που μας έδωσε την ευκαιρία να φάμε το πρωινό μας.




Νομίζω ήταν Παρασκευή… είχα χάσει κάθε επαφή με το ημερολόγιο και το χρόνο γενικά. Στην απέναντι όχθη, στην Σαχιουρτά, φεύγοντας είδαμε μια τεράστια ουρά χιλιομέτρων από αυτοκίνητα που περίμεναν να περάσουν στο Ολχόν. Το ίδιο φαινόμενο με την Ελλάδα: όλοι μαζί στην εξοχή την ίδια μέρα…
Επιστρέφαμε ή καλύτερα να πούμε συνεχίζαμε το ταξίδι μας από τον ίδιο δρόμο που είχαμε έρθει.

Μετά το άγαλμα του περιπλανώμενου και μερικά χιλιόμετρα πολύ καλού ασφάλτινου δρόμου, βγήκαμε στο πλέγμα χωματόδρομων που είχαμε την τύχη να διανύσουμε την νύχτα μερικές ημέρες πριν.











Και πάλι στον δρόμο…τώρα όμως πηγαίναμε στα σημεία που είχαμε ξαναεπισκεφτεί πέρυσι, στην Σλιουντιάνκα, στην νότιο-δυτική πλευρά της λίμνης Βαϊκάλη…
Το ταξίδι συνεχίζεται…
Επόμενο Μέρος 3 - Λίμνη Βαϊκάλη.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου